Μαρία Πολυχρονιάδου

Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά

Μάνα, μητέρα, μανούλα, μαμά

Υπάρχει μια λέξη σ’αυτόν τον κόσμο, σ ’αυτή την ανθρώπινη διάλεκτο , σ ‘αυτή τη ζωή, που ακόμα κι εγώ, εγώ που έχω αποβάλλει (ή έστω προσπαθώ) φόβους για Θεούς, θανάτους, τιμωρίες κλπ. ,συνεχίζω να τη σέβομαι και να τη μεταχειρίζομαι με κάθε σοβαρότητα. Η λέξη μητρότητα. Μια λέξη που ακούγεται τόσο απλή, και αντικατοπτρίζει μια τόσο δυνατή έννοια. Μητρότητα. Η αρχή όλων. Όλοι μας ξεκινήσαμε από μια μήτρα και γίναμε αυτό που είμαστε τώρα χάρη σε μια μητέρα. Ό,τι κι αν ορίζει ο καθένας ως μητέρα.

“Mother’s Love”, του Christopher Michel

Σήμερα λέει είναι η γιορτή της μητέρας. Θαρρείς και χρειάζεται ειδική μέρα για να γιορτάσει η βάση αυτού του κόσμου. Θαρρείς και μια μόνο μέρα αρκεί για να δώσεις φόρο τιμής σε κάποιον που σε έφερε ή/και σου γνώρισε τον κόσμο. Θαρρείς και μια μόνο μέρα είναι αρκετή για να θυμηθούν τη μανά τους, αυτοί που την έχασαν. Θαρρείς και μια μέρα αρκεί για να πεις ευχαριστώ στην αίτια που τώρα ζεις. Δεν αρκεί, δε θα είναι ποτέ αρκετή. Δεν ξέρω καν αν μια ολόκληρη ζωή είναι αρκετή…

Ξέρω όμως ένα πράγμα. Ότι έχω μια μάνα που με λατρεύει. Που θα έδινε και τη ζωή της για μένα. Κι έχεις κι εσύ μια τέτοια μάνα. Κι εσύ που την έχεις χάσει , πάλι την έχεις. Κι εσύ που είσαι μίλια μακριά της. Κι εσύ που την πλήγωσες. Κι εσύ που ένιωσες να σε πληγώνει. Κι εσύ που είσαι 80 χρονών πάλι έχεις μια μάνα που σε λάτρεψε με κάθε τρόπο. Κι εσύ που έχεις μπουχτίσει να ακούς για ζακέτες, ζεστό φαγητό, διαβάσματα, πτυχία, να βρεις καλά παιδιά. Κι εσύ που δεν έχεις κανένα βιολογικό δέσιμο μαζί της αλλά γνώρισες αυτή σαν μητέρα. Όλοι μας.

Δεν φτάνει μια μέρα. Όμως της φτάνει ένα απλό «ευχαριστώ». Όποια μέρα κι αν είναι.

Μαμά, χρόνια πολλά!

By Μαρία Πολυχρονιάδου

 

Posted by Blog in Blog, Κοινωνικά/Πολιτικά, 0 comments
5 λόγοι να πάρεις σκύλο χθες

5 λόγοι να πάρεις σκύλο χθες

Αν με ξέρεις, υπάρχει πιθανότητα να αποφεύγεις να ανοίξεις συζήτηση μαζί μου για το θέμα « σκύλος » επειδή εισαι σίγουρ@ ότι θα αρχίσω να σε πρήζω με το πόσο πολύ τα λατρεύω, τι κουτσούνια που είναι, πόσο απαλά, τι γλυκουλικούτσικα, και μετά θα σου δείξω και γύρω στα τριάντα βίντεο με το δικό μου σκύλο «αχ κοιτά εδώ πιάνει την μπάλα» , «αχ δες εδώ περπατάει στη βόλτα», «εδώ μαθαίνει το κάτσε», «εδώ είναι που δοκιμάζει λεμόνι για πρώτη φορά», κι άλλες 500 φωτογραφίες που τρώει, είναι αγκαλιά, παίζει στην αυλή, «αχ μην το βλέπεις έτσι είναι η πρώτη τρύπα που έσκαψε στον κήπο, δεν είναι υπεροχή;” Κλπ.

Αν με ξέρεις λίγο, αλλά έχεις ρίξει μια ματιά στο προφίλ μου στο φεισμπουκ, πάλι θα έχεις ψιλοκαταλαβει ότι το 90% των φωτογραφιών, τραγουδιών και βίντεο είναι με το σκύλο μου, συνοδευόμενο από κάποια deep ατάκα σχετική με την αγάπη, την εμπιστοσύνη και άλλα τέτοια που θα έγραφε άνετα ο Τάσος Λειβαδίτης αν είχε σκύλο.

Κοιτα η αλήθεια είναι ότι μου αρέσουν πολύ οι σκύλοι, ανήκουν στα τρία αγαπημένα μου πράγματα, (τα άλλα δυο είναι η μουσική και η οργανική χημεία), ακόμα ψάχνω αν υπαρχει κάποιος τρόπος να τα συνδυάσω όλα μαζί, αλλά ο σκύλος μου δεν είναι ιδιαίτερα φιλόμουσος, και η τελευταία του επαφή με την οργανική χημεία, ηταν ένα βιβλίο που τώρα βρίσκεται στο στομάχι του…

Γι’ αυτό κι εγώ σαν γνήσια «τρελή με το σκυλί» θα σου πω 5 λόγους να υιοθετήσεις σκύλο ΧΘΕΣ

1. Θα κάνεις καθαριότητα πιο συχνά.

Όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, η συγκατοίκηση με ένα σκύλο θα σε αναγκάσει να συμμαζεύεις συχνότερα είτε τις δικές σου, είτε τις βρωμιές του σκύλου, να φροντίζεις για τον καλό αερισμό στο σπίτι, για την τήρηση μιας κάποιας υγιεινής, για το να πετάς τα σκουπίδια συχνότερα γιατί αλλιώς θα σου ξεσκίζει τις σακουλές, αλλά και στο να σκούποσφουγγαριζεις συχνότερα καθώς οι τρίχες του θα βρίσκονται ανά δυο μέρες ΠΑΝΤΟΥ !

2. Θέλεις δε θέλεις θα έχεις πρόγραμμα στη ζωή σου.

Πάνε πια οι μέρες που ξυπνούσες σαν το ρεμάλι στις τρεις το μεσημέρι. Τώρα πρέπει 8 το πρωί να είσαι ήδη έξω με το λουρί στο χέρι, κάπου στις τρεις θα ετοιμάζεις να φας, μετά πάλι βόλτα και το βράδυ ένα χαλαρό περπατηματάκι θα το χρειαστείς. Το αποτέλεσμα; Ε όταν ξυπνάς γύρω στις οκτώ κι αφού έχεις κάνει μισή ώρα βόλτα στο ύπαιθρο, ύπνος δε θα σε ξαναπιάνει, οπότε μπορεί να το ψήσεις να πας και στο πρωινό μάθημα της σχολής. Και τρώγοντας σταθερή ώρα το μεσημέρι, με περπάτημα στη συνέχεια, θα σε βοηθήσει πολύ στο να διατηρήσεις ένα πρόγραμμα διατροφής και άσκησης. Μπέσα τώρα. Στα λέω εγώ που δεν ζούσα χωρίς πίτσες και σουβλάκια κι ήμουν φοιτητρια-φαντασμα. Πλέον χωρις λιναρόσπορο και γάλα 2%, δεν τρώω και όσο για τη σχολή, έχω γίνει από τους πρώτους πρωινούς θαμώνες.

3. Θα μάθεις να εισαι υπεύθυνος.

Ξέρεις, κάπου στα 25 παρά θα συνειδητοποιήσεις ότι το να γυρνάς κάθε βράδυ στις 4 είναι μια βλακεία και μισή. Ξέρεις, ο σκύλος παίζει να σε βοηθήσει να το καταλάβεις στα 23παρα. Γιατί προφανώς και δε θα μπορείς να έχεις τον σκύλο 12 ώρες μόνο του χωρίς βόλτα και χωρίς νερό/φαΐ. Επιπλέον, θα μάθεις πώς να φροντίζεις ένα ον, πώς να ανησυχείς και για τις δικές του ανάγκες, πώς να ρυθμίζεις το χρόνο και τη ζωή σου λαμβάνοντας υπόψιν κι άλλους εκτός από τον υπέροχο εαυτούλη σου. Πολύ χρήσιμο skill αν θες να κάνεις κάποτε παιδιά ή αν θες να ασχοληθείς με επαγγέλματα σχετικά με παιδιά ή με την παροχή υγείας.

4. Θα μάθεις τρόπους να κάνεις το σκ@@ο σου παξιμάδι .

Είναι ειλικρινά το πιο απαραίτητο skill.Ο σκύλος θα σου μάθει την έννοια «βάζω στην άκρη λεφτά σε περίπτωση ανάγκης». Από κει που θα μαζεύεις λεφτά για να κάνεις ταξίδια στα Παρίσχια και για να πάρεις το καινούριο Playstation ή τη νέα απόχρωση matte lipstick της MAC ο σκύλος θα σε αναγκάσει να μάθεις να κάνεις οικονομίες για πιο ουσιαστικά και ρεαλιστικά πράγματα όπως το φαγητό, την υγειά, την καθαριότητα, την μετακίνηση .

5. Θα μάθεις τι πάει να πει αγάπη.

Οκ δε λέω μπορεί κι η Κατερίνα να σε αγαπάει πάρα πολύ, ή ο Κώστας να σου λέει ότι είσαι η ζωή του, αλλά, ειλικρινά, πόσο καιρό έχεις να μπεις σε ένα χώρο και να τρελαθούν από τη χαρά τους μόλις σε δουν; Χμμμ ναι , από την τελευταία φορά που πήγες στο πατρικό σου κι οι δικοί σου κοντέψαν να σε δουν θε@. Τι θα έλεγες λοιπόν να έχεις μια παρόμοια μορφή αγάπης κάθε μέρα ; Ο σκύλος είναι από τα λίγα όντα που θα σε περιμένει πίσω από μια πόρτα καρτερικά, θα κουνήσει πέρα δώθε την ουρά του μόλις σε δει, θα γαβγίσει για να αναγγείλει τον ερχομό σου, θα τρέξει να σε ρίξει κάτω, θα κατουρηθεί ακόμα και πάνω του, θα νιώσει ευτυχισμένος επειδή θα είναι ο συνοδός σου απόψε. Κι είναι κι από τους ακόμα πιο λίγους, που αν νιώσει ότι σε χάνει θα τρελαθεί, θα σαλέψει, θα διαλυθεί ο κόσμος του.

Κλείνοντας θα σου πω μια άκρως ποιητική-πειστική φράση για να υιοθετήσεις σκύλο. Αν θες λοιπόν ένα 13ετες συμβόλαιο με την ευτυχία, ιδού …

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Φοιτητικά, 0 comments
Η φιλόξενη « Ξενία »

Η φιλόξενη « Ξενία »

Κάπου εκεί στην τρυφερή ηλικία των 16 με είχε πιάσει κάτι και ήθελα να βλέπω διάφορες αμφιλεγόμενες ταινίες του συγχρόνου ελληνικού κινηματογράφου(βλέπε κυνόδοντας ). Μια από αυτές ήταν και η «Στρελλα» του Πάνου Κούτρα. Μια ταινία που όταν συνειδητοποίησα τι ακριβώς διαπραγματευόταν έκλεισα άμεσα τον υπολογιστή και κάθισα περίπου ένα μισάωρο για να επεξεργαστώ και να προετοιμαστώ για τις πληροφορίες που είχα λάβει και θα λάμβανα. Εν τέλει την είδα. Κι όταν μεγάλωσα την ξαναείδα, για να την καταλάβω πλήρως. Και κάποια μέρα όταν θα είμαι αρκετά ώριμη στην έκφραση και στο μυαλό θα τα βάλω κάτω και θα γράψω κι ένα άρθρο γι’ αυτήν.

Αυτή ήταν και η πρώτη καθώς και η μοναδική μου επαφή με τις ταινίες του Κούτρα (τον «γιγάντιο μουσακά» δεν τον είδα ποτέ, αν και είναι στα υπόψιν). Πριν λίγο καιρό, ψάχνοντας μια ταινία που να μιλά για ιθαγένεια, μετανάστευση, ρατσισμό και ταυτόχρονα να είναι και ελληνική, έπεσα πάνω στην « Ξενία ». Παραγωγή του 2014, οι δυο πρωταγωνιστές, παιδιά της γενιάς μου, της γενιάς του 90, και μάλιστα αλβανικής καταγωγής. Άρα φαντάστηκα (όπως κι όντως έγινε) ότι θα είναι κάτι φρέσκο, επίκαιρο και κυρίως αληθινό (ναι σίγουρα η επιλογή πρωταγωνιστών που θα έχουν ζήσει το ρατσισμό και οι ίδιοι ήταν μια πολύ σοφή επιλογή) .

Αυτό που δεν περίμενα , ήταν η επιτυχία του σκηνοθέτη να ασχοληθεί με τόσα πολλά και διαφορετικά θέματα ταυτόχρονα. Ας μην προτρέχω όμως. Η ταινία μιλάει για δυο αδέλφια τον Ντάνι και τον Οδυσσέα που έχουν γεννηθεί από μητέρα Αλβανή και Έλληνα πατέρα. Όταν η μητέρα τους πεθαίνει , ξεκινά ένα ταξίδι από την Κρήτη, οπου ζούσε ο μικρότερος, ο Ντάνια με την μητέρα του, στην Αθήνα, όπου δουλεύει ο 18χρονος Οδυσσέας κι από εκεί οι δυο τους στη Θεσσαλονίκη. Σκοπός τους είναι να βρουν τον Έλληνα πατέρα τους, ο οποίος τους παράτησε σε μικρή ηλικία και πλέον έχει φτιάξει καινούρια οικογένεια και πολιτεύεται με την ακροδεξιά. Θέλουν να τον βρουν για να τους αναγνωρίσει ώστε να πάρουν την ιθαγένεια και να μην απελαθούν πίσω στην Αλβανία. Επίσης, ο μεγαλύτερος έχει σκοπό να συμμετάσχει και σε ένα μουσικό τάλεντ σόου καθώς έχει ιδιαίτερα καλή φωνή, κληρονομιά από τη μητέρα του, η οποία σπουδαγμένη σε ωδεία, κατέληξε να τραγουδάει σε “σκυλομάγαζα” για να ζήσει.


Αυτό που όμως περιπλέκει τα πράγματα και ανεβάζει άμεσα το επίπεδο της «ξενίας», από μια απλή ταινία για το ρατσισμό σε μια ταινία μάρτυρα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας είναι το γεγονός ότι ο 16χρονος Ντάνι είναι ομοφυλόφιλος. Κι εκτός από αυτό είναι και ψυχικά διαταραγμένος. Έχει εγκλωβιστεί κάπου στο μεταίχμιο μεταξύ εφήβου και παιδιού, έχει οράματα με φανταστικούς φίλους, έντονα ξεσπάσματα, άπειρους συναισθηματισμούς και προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον άντρα και στο παιδί που δεν έχει πεθάνει ακόμα μέσα του. Και τρελός, και Αλβανός και γκέι λοιπόν(όπως θα ακούσεις να λένε και στην ταινία). Στο πρόσωπο του συγκεντρώνονται τρία χαρακτηριστικά που το καθένα από μόνο του μπορεί να θέσει κάποιον στο περιθώριο μιας αφιλόξενης κοινωνίας σαν τη δική μας.

Θα δεις σκηνές που είναι κάτι παραπάνω από αληθινές. Αγοραίος έρωτας, ρατσισμός σε ομοφυλόφιλους, ρατσισμός απέναντι σε μετανάστες, έφοδοι της χρυσής αυγής σε συνοικίες μεταναστών, μικροκαβγάδες μεταξύ μεταναστών που καταλήγουν μοιραίοι, πέρασμα από παιδική ηλικία σε εφηβεία,οράματα τρέλας, ερωτικά ξυπνήματα, τρυφερές εξομολογήσεις, κυνικές αποφάσεις, κιτς σκηνικά από κέντρα νυχτερινής διασκέδασης, συμφιλίωση δυο διαφορετικών κόσμων και όλα αυτά με μια δόση χιούμορ. Μια διαφορετική δόση χιούμορ που ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στην ψυχική διαταραχή και στην πραγματικότητα…

Η «Ξενία» έμεινε στο μυαλό μου εκτός των άλλων για τρεις βασικούς ,και διαφορετικούς μεταξύ τους, λόγους.

Πρώτον, είναι η απλότητα και συνάμα η κυνικότητα με την οποία ο Κούτρας διαχειρίζεται τα θέματα που θίγει η ταινία. Μια φυσικότητα που μου είχε λείψει αρκετά από τις εγχώριες κινηματογραφικές παράγωγες της τελευταίας δεκαετίας.

Δεύτερον, οι εντυπωσιακές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Ερμηνείες που με έπεισαν πως η γενιά μου δίνει ένα δυναμικό και πρωτότυπο παρόν και στο χώρο της τέχνης.

Και τρίτον μια σκηνή και μια φράση. «Εμείς τελικά παντού ξένοι θα είμαστε, και παντού σαν το σπίτι μας» . Αυτό που βιώνουν τα παιδιά μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς. Στην Ελλάδα τους λένε Αλβανούς, Ρώσους, Πακιστανούς, Αφρικανούς κλπ. Και στις χώρες τους, Έλληνες. Παιδιά χωρίς πατρίδα και ταυτόχρονα με πολλές πατρίδες. Γιατί όταν δεν είσαι τίποτα, έχεις την ελευθερία να αυτοπροσδιοριστεις όπως εσύ θες. Ή και να μην προσδιοριστείς καθόλου. Γιατί τα πάντα και το τίποτα στην ουσία δεν διαφέρουν πουθενά….

 

 

 

 

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Κινηματογράφος, 0 comments
Συν Αθηνά Και Χείρα Κίνει

Συν Αθηνά Και Χείρα Κίνει

Είναι μεγάλη Παρασκευή. Κάθε μεγάλη Παρασκευή έχω την ίδια αγωνία. Αν κάπου εκεί κοντά στο απόγευμα κατά τις 6-7 θα αρχίσει να βρέχει. Ή έστω να χαλάσει κάπως ο καιρός. Και πάντα έχω την ίδια κρυφή επιθυμία: να μην χαλάσει, να μην βρέξει. Για να πω στον εαυτό μου γεμάτη μια άρρωστη χαρά: «χα! Είδες δεν υπάρχει!» Και για να μπορώ μετά να στηρίξω με επιχειρήματα, το ίδιο άρρωστα με τη χαρά μου, το πόρισμα μου. Επιχειρήματα όπως: αν υπήρχε, δε θα υπήρχε πείνα, αδικία, άνθρωποι που πεθαίνουν από αρρώστιες, τροχαία, πόνος,φτώχεια.
Και μερικές φορές όντως δε χαλάει ο καιρός και δεν βρέχει. Ενώ άλλες διαψεύδομαι πανηγυρικά και βρέχει καρεκλοπόδαρα. Και τότε, τις φορές που διαψεύδομαι, με πιάνει ένας φόβος. Κι αν τελικά υπάρχει ; Κι αν υπάρχει και δεν είναι τόσο δίκαιος και αγαθός όσο τον περιγράφουν οι Γραφές; Κι αν όντως μας έφτιαξε, μας εξέλιξε και μας άφησε στην τύχη μας;

Όμως μετά έρχονται οι μέρες του Πάσχα, τραπέζια με συγγενείς και φίλους, έξοδοι, και μετά ξεκινάει το διάβασμα για εξετάσεις κι εξεταστικές , ξεκινάει και πάλι η δουλειά, η καθημερινότητα. Κι ο χρόνος που μπορώ να κάθομαι στο μπαλκόνι και να φιλοσοφώ για τα θεία, εξαφανίζεται.

Θα ξαναεμφανιστεί η απορία μου όταν κάποια συμφορά ή απώλεια, χτυπήσει τη δική μου ή κάποια διπλανή πόρτα ή συμβεί κάτι στον κόσμο που θα με συγκλονίσει. Όμως και τότε ακόμα είτε ο πόνος , είτε η αναζήτηση ευθυνών , είτε η παροχή βοήθειας θα καλύψουν ικανοποιητικά το χρόνο που θα αναρωτηθώ: «Θεέ μου, που είσαι;»

Στις χαρές μου όχι, σπάνια θα το σκεφτώ. Θες ο εγωισμός μου , θες η πίστη μου στην επιστήμη και τη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού, θες το ότι δεν μπορώ τα αναπάντητα ερωτήματα, θα με κρατήσουν μακριά από το να κοιτάξω τον ουρανό και να πω «ευχαριστώ», όντας σίγουρη ότι υπάρχει.

Όμως σήμερα είναι μεγάλη Παρασκευή και είναι εκείνη η μέρα που θα αναρωτηθώ. Και θα το σκέφτομαι όλη τη μέρα. Όμως σκέφτομαι και κάτι ακόμα. Θέλω να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν υπάρχει, σωστά; Γιατί όμως λύσσαω για αυτήν την απόδειξη; Μήπως γιατί θέλω να ορίζω μονή μου τη μοίρα μου; Μήπως επειδή δε θέλω να ζω με το φόβο μιας τιμωρίας; Μήπως γιατί θέλω την αποκλειστική ευθύνη των πράξεων μου, καλών ή κακών; Μήπως γιατί θέλω να είμαι η μοναδική μου ελπίδα; Μήπως γιατί παρά τη θνητή μου φύση θέλω να βρω τη λύση και τη βοήθεια για όλα χωρίς να περιμένω κάποιον να βάλει το χέρι του; Η αλήθεια είναι πως το κάνω για όλα αυτά .

Και κάπου εδώ έρχεσαι εσύ ο θρησκευόμενος και μου λες: Κι εγώ που πιστεύω, παλεύω καθημερινά για το καλύτερο αυτού του κόσμου. Κι εγώ που πιστεύω, αναλαμβάνω πάντα τις ευθύνες μου. Κι εγώ που πιστεύω, παίρνω τα φάρμακα μου, πηγαίνω στο γιατρό, οδηγάω με ζώνη και δεν περιμένω από κάποια ανώτερη δύναμη να με σώσει την τελευταία στιγμή. Απλώς εγώ που πιστεύω θέλω να νιώθω πως κάτι πιο πάνω από μένα, αγαθό και άσπιλο , υπάρχει . Κι αυτό το ανώτερο από μένα μου δίνει δύναμη να προσπαθώ να του μοιάσω, να γίνω κι εγώ το δυνατόν καλύτερος.

Κι εγώ που δεν πιστεύω νιώθω χαζή. Γιατί είμαι. Γιατί ξέχασα πως, η πιστή ή η μη πιστή δε σε εμποδίζουν να προσπαθείς. Κι ίσως τελικά να μην έχει τόση σημασία αν υπάρχει ή αν δεν υπάρχει. Σημασία έχει να βγάλεις το καλύτερο που μπορείς από την ανθρώπινη, θνητή σου φύση.

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Κοινωνικά/Πολιτικά, 0 comments
On top of the world (ή η ανασκόπηση της φοιτητικής ζωής)

On top of the world (ή η ανασκόπηση της φοιτητικής ζωής)

Αν ξέρεις από ΑΠΘ θα έχεις παρατηρήσει ένα μεγάλο κτήριο διπλά από τη σχολή θετικών επιστήμων. Αυτό είναι το βιολογικό-φαρμακευτικό-πληροφορική. Έχει εννιά ορόφους, κι αν είσαι ακόμα πιο παρατηρητικός θα έχεις δει μια σιδερένια σκάλα υπηρεσίας που ενώνει τους ορόφους εξωτερικά. Εκεί λοιπόν στα σκαλοπάτια μεταξύ τέταρτου και πέμπτου ορόφου κάθομαι εγώ. Εκεί είναι το καπνιστήριο. Σκέφτομαι ότι αυτά, τα εργαστήρια της πτυχιακής μου, είναι τα τελευταία μου ως φοιτήτρια. Κι αυτό το τσιγάρο (ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΑΜΑ-ΜΠΑΜΠΑ) είναι από τα τελευταία που κάνω με θέα την δυτική Θεσσαλονίκη, την άνω πόλη, την αρχή της Oλυμπιάδος κλπ.

Τέσσερα χρόνια και κάτι. Πες πέντε για να είσαι μέσα. Πέντε χρόνια λοιπόν φοιτήτρια. Χρόνια γεμάτα από οργανική χημεία, ανόργανη χημεία, οργανική φαρμακευτική χημεία, ανόργανη φαρμακευτική χημεία, αναλυτική χημεία. Χρόνια που μου άφησαν μπλουζάκια μισοκαμένα, με τη μόνιμη ευωδιά του βενζολίου, με τρύπες κάπου κάπου. Χρόνια γεμάτα αγωνιά για το αν βγήκε η Ο.Φ.Χ 1..Ύπνοι που ποτέ δεν έγιναν για χάρη μερικών σερί(ναι θα βγάλω ύλη 1400 σελίδων σε ένα βράδυ). Πρωινά ξυπνήματα και ύπνοι μέσα σε αμφιθέατρα. Εξεταστικές με άγχος κι εξεταστικές χωρίς άγχος. Χρόνια γεμάτα τεσσάρια, πεντάρια, εξάρια, εφτάρια. Χρόνια με το άγχος αν ο χι καθηγητής θα μου δώσει εργασία, αν θα με περάσει, αν θα μου κρατήσει το βαθμό, αν θα μου δώσει συστατική. Χρόνια με απογοητεύσεις (αφού ρε είχα διαβάσει έξι μήνες γιατί να γράψω για τρία), με χαρές (επιτέλους ήρθε το πολυπόθητο εφτάρι), με όνειρα (ίσως αν ο χι κι η ψι δώσουν συστατική κι αν ο ωμέγα μου δώσει πτυχιακή να έχω ένα καλύτερο μέλλον).

Κι όχι αυτά τα χρόνια δεν είχαν μόνο σχολή. Βασικά αυτά τα χρόνια δεν είχαν και τόσο σχολή όσο αφήνω να εννοηθεί. Τώρα στα γεράματα σοβαρεύτηκα. Είχαν εξόδους επικές από εκείνες που βγαίνεις στις 4 το μεσημέρι και γυρνάς στο σπίτι στις πέντε του επομένου απογεύματος. Πρωινά εργαστήρια με μπουφάν από πάνω για να κρύβει την βραδινή αμφίεση (το κλασσικό σερί). Μαζέματα σε σπίτια που κατέληγαν να λες να εσώψυχα σου πάνω από ένα μπουκάλι βότκα και τέσσερις φίλες που απλά είχαν βαρεθεί να ακούνε. Μεταμεσονύχτιες εξορμήσεις στο «ταξίδι». Κυριλέ έξοδοι στο «μαρκίζ» και το “lavalbone”. Μπύρες στο «ufleku». Κρασιά στη ροτόντα στο «ντόμινο» ή στο «Belleville». Κρασο-πετρέλαιο στο μπιτ μπαζάρ. Ψαγμένα ποτά και λεμονάδες στην Ζεύξιδος, την Ικτίνου, στα λαδάδικα και στην Προξένου Κορομηλά. Νύχτες που θες να είσαι «πελούσια» και πίνεις το μοχίτο στο «Vanilla Sky» ή στο «Pantheon bar». Καφέδες και γλυκά σε «sugar angel», «pasta flora» και «candy bar». Πρώτα ραντεβού στο «Δωμάτιο με θέα» και πιο καμένα πρώτα ραντεβού στο «Panda caféé». Ντεμέκ ψαγμενιές στο «Colombia» για αυθεντικό πετρέλαιο. Μεθύσια έξω από όλα αυτά τα μαγαζιά.Και πάρτι στο πολυτεχνείο μερικές Παρασκευές. Παρεΐστικες καταστάσεις στο «ηλιοτρόπιο» ή στην «αρκούδα» και πάει λέγοντας. Κάτι ερωτικά καβγαδάκια στα στενάκια της Ιασωνίδου.Και κάτι ντεμέκ αλλά και πραγματικά μεθυσμένα μηνύματα που στάλθηκαν και ελήφθησαν. Και γέλια, πολλά γέλια. Αλλά και κλάματα. Κι απώλειες αλλά κι ανέλπιστες χαρές. Και να μην ξεχάσω και κάτι όμορφα απογεύματα σε ταράτσες και μπαλκόνια με μια μπύρα, ένα τσιγάρο κι απολυτή σιωπή. Γιατί δε χρειάζεται πάντα να μιλάς γι’ αυτά που υπάρχουν στο κεφάλι σου.

Όλα αυτά τα χρόνια είχαν και πάρα πολλούς ανθρώπους να τα πλαισιώνουν. Φιλίες που δεν άντεξαν και χάθηκαν σιγά σιγά. Φιλίες που αναπτύχθηκαν εκεί που δεν το περίμενες, από μια κουβέντα, ένα χαμόγελο ή ακόμα κι από μια παλιότερη «αντιπαλότητα». Φιλίες που όχι μόνο άντεξαν αλλά κι έγιναν πιο δυνατές με το πέρασμα των χρόνων. Άνθρωποι που ήταν εκεί στα εύκολα και τα δύσκολα. Κι άνθρωποι που φοβήθηκαν τα δύσκολα κι έφυγαν. Αλλά κι από πλευράς μου, φιλίες στις οποίες ήμουν εκεί και φιλίες που φοβήθηκα, κουράστηκα και παραιτήθηκα. Τώρα πια δεν έχει σημασία να κάτσεις και να κρίνεις ανθρώπους. Ούτε καν τον εαυτό σου. Όλοι πρόσφεραν και σε όλους πρόσφερες. Και κάτι άλλες ερμαφρόδιτες φιλίες που δεν έμαθες και δεν θέλησες να μάθεις αν ήταν ποτέ κάτι άλλο. Κι έρωτες. Έρωτες με την πρώτη ματιά σε αστικά, που μέχρι το απόγευμα της ιδίας μέρας είχες ξεχάσει τη μορφή τους. Σχέσεις που αλλάξαν τον τρόπο που βλέπεις τις σχέσεις. Άνθρωποι που σου έμαθαν τι σημαίνει να τρέμει το φυλλοκάρδι σου πάνω από ένα κινητό και τα γόνατα σου πριν τους συναντήσεις. Κι άνθρωποι που η αλληλεπίδραση σου μαζί τους ήταν απλά για να περάσει ο χρόνος.

Και κάτι καλοκαίρια σε φοιτητικά κάμπινγκ παρέα με τα φιδάκια και τα κουνούπια. Που η μέρα ξεκινούσε στις τρεις το μεσημέρι και τέλειωνε στις οχτώ το πρωί. Σκηνές που ποτέ δεν έμαθα να στήνω σωστά. Καλέσματα στο κυλικείο για ένα ποτό που κατέληγαν σε παγωμένα (και μεθυσμένα) βραδινά μπάνια στη θάλασσα. Φιλίες που αναπτυχθήκαν επειδή ζήτησες μια τράπουλα, μια μπάλα ή μια μικρή βοήθεια να κουβαλήσεις τα πράγματα σου. Παγωμένα ντουζ και καφέ νερό να τρέχει από πάνω σου ξεπλένοντας τη λάσπη (επειδή ήμουν κι από τους τυχερούς που έβρεχε για δυο μέρες συνεχόμενα). Αλλά και καλοκαιριά που περίμεναν ένα Σεπτέμβρη, να διορθώσεις τα αδιόρθωτα του Ιουνίου.

Και μετά ο τελευταίος χρόνος μου. Αυτός της ωριμότητας. Ο χρόνος που όλοι οι φοιτητές κάθονται και σκέφτονται τι θα κάνουν με τη ζωή τους. Που θα πάνε μετά. Ο χρόνος που πρέπει να αποφασίσεις ποιους θα κρατήσεις και ποιους θα απομακρύνεις. Ο χρόνος που τα βάζεις κάτω κι αποφασίζεις αν θες να ζεις μέσα σε ένα εργαστήριο, σε ένα πανεπιστήμιο, σε μια εταιρία, σε ένα μαγαζί, σε ένα γραφείο ή/και σε ένα σπίτι. Για μένα και ο χρόνος που αποφάσισα να δω πως είναι η ζωή με ένα τετράποδο. Πως είναι να είσαι υπεύθυνος και για ένα άλλο ον, πιο αδύναμο από σένα. Και πάλι χαρές και δάκρυα ακόμα και με το τετράποδο. Άγχος και χρόνος, χρήματα και προσπάθεια.

Ακόμα θυμάμαι σαν χθες την Μαρία που της βγήκε η σαγιονάρα στα σκαλιά του δευτέρου λυκείου όταν έτρεχε σαν αλαφιασμένη να δει τα αποτελέσματα των δύσκολων πανελλήνιων(που να ξερά τότε πως ήταν το πιο εύκολο part). Σαν χθες με θυμάμαι να κλαίω από χαρά. Κι όμως δεν ήταν χθες. Χθες ήταν απλώς μια μέρα με TLC και στήλες. Σήμερα είναι μια μέρα που κάθομαι εδώ στον τέταρτο όροφο (on top of the world που λένε κι οι φίλοι μας οι Άγγλοι) και ατενίζω την πόλη των φοιτητικών μου χρόνων. Κι αύριο θα είναι μια μέρα πιο κοντά στο τέλος της πιο ξέγνοιαστης εποχής της ζωής μου, της φοιτητικής μου ζωής… Μια μέρα πιο κοντά στην πραγματική κι αγρία, άδικη, αυτόνομη και δύσβατη ενηλικίωση…

Και όχι αν είχα την δυνατότητα να πάω τον χρόνο πίσω δε θα άλλαζα καμία μου επιλογή. Θα πήγαινα το χρόνο πίσω μόνο και μόνο για να ζήσω όλα αυτά ξανά και ξανά και ξανά και ξανά.

Εσύ που με διαβάζεις κι είσαι ακόμα μικρό έτος, μην είσαι ανόητος, αυτά τα χρόνια δε θα γυρίσουν ποτέ πίσω. Γδάρε τα, ζήσ’τα μέχρι το μεδούλι, σαν να μην υπάρχει αύριο. Γιατί θα έρθει μια μέρα σαν και τη δικιά μου τη σημερινή, που θα είσαι κι εσύ στα σκαλιά περιμένοντας για ένα πτυχίο κάνοντας throwbacks. Και οφείλεις αυτά τα throwbacks να σε κάνουν να χαμογελάς. Κι εγώ χαμογελάω. Κι είναι το πιο γ@ματο συναίσθημα…
By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Φοιτητικά, 0 comments
Στην υγειά των ανεκπλήρωτων Ονείρων

Στην υγειά των ανεκπλήρωτων Ονείρων

Μερικές φορές κι εμείς οι άνιωθοι, οι αρνητές του ρομαντισμού, οι ψιλοκάφροι, οι «εγώ δεν πιστεύω σε παραμύθια» ,οι «δεν γουστάρω λουλουδάκια, σοκολατάκια, κι αρκουδάκια», μιλάμε για το ρομαντισμό. Μόνο και μόνο για να δείξουμε ότι δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης. Έτσι κι εγώ σήμερα.

Αν έχεις πετύχει ξανά κείμενο μου θα έχεις παρατηρήσει ότι σχεδόν ποτέ δεν αναφέρομαι σε λέξεις όπως ευτυχία, επιτυχία, αγάπη, έρωτας. Κι αυτό γιατί πολύ απλά η ιδιότητά μου (wannabe χημικός) και η έμφυτη κυνικότητα μου, μου επιτρέπουν να λέω πως όλες αυτές οι έννοιες είναι υποκειμενικές και έχουν να κάνουν με το πάρτι ορμονών που λαμβάνει χώρα στο ανθρώπινο σώμα. Κι αν όλα αυτά είναι απλές ορμόνες ικανές να δημιουργηθούν και in vitro ποιος ο λόγος να γράφουμε ποιήματα , τραγούδια, βιβλία και να περνάμε άπειρες ώρες αναλύοντάς τες.

Πρόσφατα έβαλα έναν ακόμα λόγο στη λίστα. Κι ο λόγος είναι ότι η αγάπη, η ευτυχία, η επιτυχία και ο έρωτας είναι γοητευτικά μέχρι να εκπληρωθούν. Είναι όμορφα και θελκτικά και σε κάνουν να θες να δώσεις το 100% σου μέχρι να τα πλησιάσεις και να τα αγγίξεις. Μετά απλά χάνονται σε ένα «ε δεν ήταν και τίποτα».

Σκέψου λίγο να έρχεται από μόνος του ο έρωτας της ζωής σου και να σου φέρνει μαζί τον ουρανό με τα άστρα. Ή σκέψου η ευτυχία ότι κι αν σημαίνει για σένα να έρχεται μια μέρα και να σου λέει «γεια σου, θα μείνω για πάντα δίπλα σου». Ή σκέψου το πολυπόθητο πτυχίο, μεταπτυχιακό, τίτλος σπουδών, επαγγελματική επιτυχία να σε βρίσκει χωρίς να κάνεις κανέναν κόπο. Σίγουρα θα τα αντιμετώπιζες ως κάτι το απλό, το πεπερασμένο. Δε θα είχες τίποτα από αυτά τόσο ψηλά αν δεν χρειαζόταν να κυνηγήσεις το αντικείμενο του πόθου σου , να το διεκδικήσεις, αν δεν χρειαζόταν να δουλέψεις , να ξοδέψεις χρήματα, χρόνο πάνω από βιβλία και συμφωνίες. Και ξέρεις γιατί ?
Γιατί πολύ απλά ο άνθρωπος είναι ζώο άπληστο, ζώο που ζητάει το δράμα που προκύπτει από το κυνήγι της ευτυχίας, μόνο και μόνο για το δράμα κι όχι για την ευτυχία καθαυτή.

Και ξέρεις κάτι ακόμα? Όλο αυτό είναι perfectly ok. Κι είναι perfectly οκευ γατί το κυνήγι είναι που μας κρατάει ζωντανούς κι όχι η εκπλήρωση. Κάποτε θυμάμαι είχα διαβάσει σε ένα ποίημα «θα περάσουν όλοι οι τροχοί από πάνω μας, στο τέλος τα ίδια τα όνειρα μας θα μας σώσουν». Και το είχα ερμηνεύσει λάθος. Και περίμενα τα όνειρα να πραγματοποιηθούν για να με σώσουν. Ήμουν μικρή κι ανόητη. Ώσπου όντας γρια και σοφή (ΜΗ ΓΕΛΑΣ) κοίταξα πίσω και δεν βρήκα ούτε ένα από αυτά να μην έχει τροποποιηθεί στο πέρασμα των χρόνων, ούτε ένα που να έχει πραγματωθεί έτσι ακριβώς όπως το είχα στο μυαλό μου . Κι όμως με είχαν σώσει. Γιατί το κυνήγι τους με κράτησε ζωντανή. Και θα με κρατάει κάθε μέρα που ξυπνάω. Γι’ αυτό θα διορθώσω τον ποιητή και θα πω πως «το κυνήγι των ονείρων μας θα μας σώσει».

Πριν βιαστείς να με πεις απαισιόδοξη θα σου πω πως οι πιο μεγάλες χημικές ανακαλύψεις έγιναν κατά λάθος. Άλλο περίμεναν να φτιάξουν κι άλλο έβγαλαν τα πειράματα. Κι αυτό το άλλο έσωσε πολύ κόσμο. Τι πιο αισιόδοξο λοιπόν από το να ονειρεύεσαι χωρίς να φοβάσαι ότι τα λάθη σου και οι δυσκολίες θα καταστρέψουν το όνειρο; Τι πιο αισιόδοξο από το να κυνηγάς την ευτυχία και να την ζεις πολλές φορές χωρίς καλά καλά να το καταλάβεις…

Cheers λοιπόν σε όλα αυτά τα ταξίδια που άξιζε περισσότερο η διαδρομή τους…

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Ελέυθερες Σκέψεις, 0 comments
Για μια ορφανή μητέρα

Για μια ορφανή μητέρα

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπήρξα μητέρα. Ούτε καν πλησίασα στο να γίνω ποτέ. Επίσης αλήθεια είναι και το ότι δεν πολυθέλω να γίνω στο άμεσο μέλλον. Κάποιες φορές κάνω πλάκα κι ονομάζω παιδί μου το σκύλο μου. Κι αμέσως τρομάζω στην ιδέα να είσαι υπεύθυνη, να κάνεις άπειρες θυσίες, να αγαπάς υπέρμετρα και να βλέπεις να μεγαλώνει ένα πλάσμα που είτε το έβγαλες από τα σπλάχνα σου, είτε το μεγαλώνεις από μικρό.

Επίσης είναι αλήθεια ότι έχω δυο γονείς που με αγαπούν (ίσως και λίγο παραπάνω από τους εαυτούς τους), που έκαναν θυσίες για να με μεγαλώσουν και συνεχίζω κι είμαι μια από τις βασικές τους προτεραιότητες.

Και μερικές φορές σκέφτομαι πόσο πολύ θα πονούσα αν ποτέ γινόμουν μητέρα και μετα από τόση αγάπη, τόσο κόπο ξαφνικά μια μέρα έχανα το παιδί μου. Ή πόσο πόνο θα ένιωθαν οι δικοί μου αν μια μέρα εγώ χανόμουν. Κι ήδη ανατριχιάζω. Και μετά χειροτερεύω το σενάριο και σκέφτομαι πόσο χειρότερο θα ήταν να χάσεις το παιδί σου όχι από μια αρρώστια, ούτε καν από ένα ατύχημα, αλλά επειδή στο δολοφόνησαν. Να το κάνω ακόμα χειρότερο και να σου πω ότι το δολοφόνησαν εν ψυχρώ. Κι ακόμα χειρότερο και να προσθέσω ότι το δολοφόνησαν εν ψυχρώ, για τις απόψεις του.

Κι αν ακόμα δεν έχει γίνει εφιαλτικός ο πόνος κι η καθημερινότητα αυτού του γονιού, θα προσθέσω και τη συνθήκη να βλέπεις τους δολοφόνους του παιδιού σου για τέσσερα ολόκληρα χρονιά σε μια δίκη χωρίς τέλος. Κι οι δολοφόνοι να θριαμβεύουν στην πολιτική ζωή της χώρας σου. Και μια μέρα να μπαίνεις στο δικαστήριο και να σου φωνάζει ένα πλήθος “Που είναι ο Παύλος σου τώρα;”. Άραγε πόσο πολύ πονάει να είσαι η Μάγδα Φύσσα;

Κι άραγε πόσα πολλά κότσια θέλει να συνεχίσεις να είσαι η Μάγδα Φύσσα; Να βλέπεις κάθε μέρα αυτούς που σκότωσαν το παιδί σου, να τους ακούς να σε βρίζουν και να σε χλευάζουν, να τους βλέπεις να τους αντιμετωπίζει το σύστημα ως κάτι το φυσιολογικό και να τους ξεπλένει μέσα από το star system ως άλλη κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Να ακούς να λένε πόσο ερωτικοί ή πόσο καλοντυμένοι ή πόσο γοητευτικοί είναι αυτοί που έστειλαν το παιδί σου στο χώμα. Να τους βλέπεις σε μια αέναη δίκη που δεν μπορεί να αποδώσει ευθύνες και ψάχνει αφορμή να αθωώσει. Να βλέπεις δημοσιογράφους να σε ονομάζουν κι εσένα φασίστρια επειδή τους πέταξες ένα μπουκάλι(ένα μπουκάλι διάολε για μια ζωή) .Κι εσύ να στέκεις εκεί, αγέρωχη, περιμένοντας την δικαιοσύνη που ποτέ δε θα έρθει, ζώντας μια ζωή που ποτέ δε θα λυτρωθείς, αντιμετωπίζοντας ένα τυφλό μίσος. Και καταβάθος ξέρεις ότι δε θα έρθει η δικαίωση που περιμένεις. Κι όμως στέκεις εκεί…

Δεν έχει σημασία , εσύ που με διαβάζεις τώρα λέω, αν συμφωνούσες ή αν διαφωνούσες με τον Παύλο Φύσσα. Δεν έχει σημασία καν αν προσδιορίζεσαι ως αριστερός, δεξιός, απολιτίκ. Αν έστω και λίγο σέβεσαι την έννοια που λέγεται μητρότητα, πρέπει να βάλεις ένα τέλος σε αυτό που λέγεται Χρυσή Αυγή. Κι υπάρχουν τόσοι μα τόσοι τρόποι… Κάντο για μια ορφανή μητέρα…

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Κοινωνικά/Πολιτικά, 0 comments
La la land: Μια ταινία για εμάς που δεν πιστεύουμε στα παραμύθια

La la land: Μια ταινία για εμάς που δεν πιστεύουμε στα παραμύθια

Ξεκινώντας θέλω να σου πω τέσσερα βασικά πράγματα που πρέπει να έχεις υπόψιν σου όσο θα διαβάζεις την κριτική μου. Πρώτον λοιπόν, δε μου αρέσει καθόλου μα καθόλου ο Ryan Gosling.Εκτός του ότι μοιάζει ενοχλητικά πολύ σε κάποιο αρχαίο crush μου, όλη αυτή η τελειότητα, τα τέλεια μάτια, η τέλεια γραμμένη μύτη, το τέλειο seductive βλέμμα, η οδοντοστοιχία της Crest και οι γραμμωμένοι κοιλιακοί σε συνδυασμό με το ταλέντο του, μου προκαλούν μια αίσθηση too perfect for real. Είναι από τους άντρες που θα ήθελα να πετάξω στη μούρη του ένα ποτήρι νερό μόνο και μόνο για να δω αν είναι όντως τέλειος κι όταν μοιάζει με βρεγμένη γάτα. Fucking flawless που λένε κι οι φίλοι μας οι Άγγλοι. Δεύτερον, σιχαίνομαι τις ρομαντικές ταινίες. Είναι τελείως αναληθοφανείς, παρουσιάζουν μια πλευρά του έρωτα που δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι υπάρχει, όλοι στο τέλος είναι με το άλλο τους μισό και ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. #NOT Τρίτον τα μιούζικαλ μου ήταν πάντα αδιάφορα. Κι όταν λέω αδιάφορα, το εννοώ. Είμαι από τους λίγους που δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινηθούν από το West Side Story, την ιταλομαφιόζικη μεταφορά του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σε μιούζικαλ. Τέταρτον, όταν μου είπαν για το la la land, αποφάσισα ότι ήταν μια crappy ταινία που δεν υπήρχε λόγος να τη δω ποτέ. Πολύ μουσική, πολύ χορός, πολλά χρώματα, πολύς έρωτας κι εγώ too old for those shits.

Αλλά την είδα. Αφορμή μια κοινοποίηση του OST της ταινίας,city of stars, στο facebook. Άνοιξα το σύνδεσμο έτσι για πλάκα πιο πολύ. Και κόλλησα. Το άκουσα περίπου τριάντα φορές. Κι επειδή η σχέση μου με τη μουσική βρίσκεται σε έναν διαρκή μηνά του μέλιτος, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να δώσω μια ευκαιρία στην αντίστοιχη ταινία, με τόσο όμορφο σάουντρακ δεν μπορούσε να είναι τόσο «χάλια» όσο την περίμενα. Φρόντισα να την δω έχοντας αποβάλλει από πάνω μου κάθε ψήγμα ρομαντισμού (πριν πάω στο σινεμά είχα φροντίσει να ακούσω περίπου 10 τραγούδια rock μουσικής που με έπεισαν για το μάταιο της αγάπης). Και διαψεύστηκα πλήρως. Όταν λέμε διαψεύστηκα, ποιο box office poison στις προβλέψεις μου για ταινία, δεν μου έχει συμβεί. Μάρτυρες οι υπόλοιποι που είχαν πάει να δουν την ταινία και στα τελευταία είκοσι λεπτά με άκουγαν να πλαντάζω.

Η ταινία παρακολουθεί τη Mia και τον Sebastian, μια ανερχομένη ηθοποιό και έναν μουσικό της τζαζ.Οι δυο νέοι αρχικά συναντιούνται τυχαία πολλές φορές, χωρίς να γνωρίζονται. Η Mia (Emma Stone) είναι μια νέα κοπέλα που δουλεύει ως σερβιτόρα και ταυτόχρονα περνάει από πολλές, αποτυχημένες, οντισιόν, στην προσπάθεια της να εκπληρώσει το όνειρο της και να γίνει ηθοποιός. Ο Sebastian από την άλλη, παλεύει να πληρώσει τους λογαριασμούς του κι αναγκάζεται αν και παθιασμένος με την τζαζ, να δουλέψει σε ένα ρεστοράν με μοναδική απαίτηση του εργοδότη να μη παίζει τζαζ.

Όμως παρασύρεται και καταλήγει να παίζει ένα τζαζ κομμάτι, καθώς η Mia επιστρέφοντας από μια έξοδο με τις φίλες της, μαγεύεται από τη μουσική του και μπαίνει μέσα στο μαγαζί. Το αφεντικό εκείνη τη στιγμή απολύει τον Sebastian για την αυθαιρεσία του, παρόλο που είναι Χριστούγεννα κι ο Sebastian προσπερνάει την Mia νευρικός, ενώ εκείνη πάει να του μιλήσει.

Όμως επειδή εδώ μιλάμε για Χόλυγουντ και λαβ στόρι, θα ξανασυναντηθούν πολύ αργότερα σε ένα πάρτι. Και κάπου εκεί θα ξεκινήσουν όλα. Η βραδιά του πρώτου τους ραντεβού θα κλείσει στο πλανητάριο. Να το θυμάσαι το πλανητάριο γιατί αργότερα θα είναι η σκηνή που θα έχεις αρχίσει να κλαις με λυγμούς. Αποφασίζουν να ζήσουν μαζί και η Mia μετά από προτροπή του αγαπημένου της δοκιμάζει να γράψει ένα δικό της μιούζικαλ με πρωταγωνίστρια αυτήν.

Ταυτόχρονα, ο Sebastian αποφασίζει να συμμετάσχει στη τζαζ αλλά με αρκετά που στοιχεία , μπάντα του φίλου του (John Legend) καθώς θα του δίνει ένα σταθερό εισόδημα. Όμως αυτά ακριβώς τα που στοιχεία είναι κι αυτά που δεν ήθελε εξαρχής , οπότε και καταλήγει να κάνει μια δουλειά που δεν τον ευχαριστεί just for a living. Η Mia το παρατηρεί αυτό κι από κει αρχίζει η κάτω βόλτα ως ζευγάρι.

Οι δρόμοι τους θα χωρίσουν και θα ξανασυναντηθούν οδηγώντας σε ένα τέλος που κάθε άλλο παρά αναληθοφανές είναι. Διότι life happens. Και κυρίως επειδή δεν είναι όλα τα όνειρα συμβατά μεταξύ τους.

Όμως το La La land δε θα σε συγκινήσει μόνο επειδή σου λέει την αλήθεια. Θα σε συγκινήσει η υπέροχη μουσική του, τα γεμάτα μπρίο χορευτικά του, η γενική αίσθηση που θα σου αφήσει τόσο στο μυαλό, όσο και στο μάτι. Γιατί όσο σύγχρονη και να είναι έχει την «μυρωδιά» μιας άλλης εποχής. Γιατί είναι μια ταινία που δύσκολο θα ξαναβρείς, μια ταινία που ικανοποιεί σκέψη, όραση και ακοή. Γιατί φεύγοντας από την προβολή της θα έχεις μια γλυκόπικρη γεύση. Γιατί ανάλογα με τη διάθεση σου το τέλος μπορεί να σου διδάξει διαφορετικά πράγματα. Και τέλος γιατί είναι μια ταινία που θα πείσει όλους εμάς που δεν πιστεύουμε στα παραμύθια, να συνεχίσουμε να μην πιστεύουμε όσο κι αν μερικές φορές όλα μοιάζουν παραμυθένια.

Δεν ξέρω αν είναι η ταινία της χρονιάς που μας πέρασε, ούτε ξέρω πως θα τα πάει στα διάφορα φεστιβάλ. Όμως ξέρω ότι είχα χρόνια να δω μια ταινία που θα μου έλεγε πως είναι ωραίο να πετάς στα σύννεφα κι ας είναι μαθηματικά σίγουρο ότι θα πέσεις με τα μούτρα στη γη.

Υ.Γ. για τον ραιαν έχω μόνο να πω ότι παρέμεινε ο ίδιος κομπλεξάρας που ήταν και στο “The Notebook”

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Κινηματογράφος, 0 comments
Η ανηθικότητα της Βιοηθικής

Η ανηθικότητα της Βιοηθικής

Για να διαβάζεις αυτό το άρθρο λογικά με ξέρεις. Και για να με ξέρεις λογικά θα ξέρεις και τις απόψεις μου περί πειραμάτων σε ζώα, αλόγιστης κτηνοτροφίας και κακοποίησης των ζωών γενικότερα.

Ναι, γενικά προσπαθώ να τρώω μειωμένες ποσότητες κρέατος(χωρίς όμως να καταφεύγω σε ακρότητες και να στερώ βασικά συστατικά από τον οργανισμό μου)καθώς έχω την εντύπωση ότι η κτηνοτροφική παραγωγή έχει ξεπεράσει κάποια όρια(κυρίως ηθικά αλλά και υγειονομικά) , και ναι δεν μπορώ να ανεχτώ τον οποιονδήποτε να χτυπάει, θανατώνει ή γενικά κακομεταχειρίζεται οικόσιτα αλλά και άγρια ζώα. Επίσης έχω σκύλο και ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητας μου περιστρέφεται γύρω από την εξασφάλιση της ευζωίας του. Γιατί στα λέω όλα αυτά? Γιατί πολύ απλά δε θέλω να παρεξηγηθώ στις επόμενες γραμμές.

Πρόσφατα λοιπόν (σε μια προσπάθεια να σώσω κι αυτήν την εξεταστική) αποφάσισα να διαβάσω το μάθημα της τοξικολογίας. Τοξικολογία για να στο πω λαϊκά είναι η αντίστοιχη ιατροδικαστική της χημείας. Είναι ο κλάδος εκείνος που μελετά τις επιβλαβείς και θανατηφόρες δράσεις που έχουν οι χημικές ουσίες στον άνθρωπο, στα ζώα, στους ζώντες οργανισμούς γενικότερα. Για να το κάνω πιο λιανά, η τοξικολογία αυτήν την στιγμή ευθύνεται που αν καταπιείς χλωρίνη και τηλεφωνήσεις στο κέντρο δηλητηριάσεων υπάρχει περίπτωση και να τη γλιτώσεις, η τοξικολογία ευθύνεται που ξέρεις πως δεν πρέπει να παίρνεις πάνω από 10 ντεπόν την ημέρα, η τοξικολογία ευθύνεται που τότε πιτσιρίκος ακόμα κατάπιες υγρό πιάτων κι η μαμά σου σε έσωσε δίνοντας σου ένα απαίσιο αλλά σωτήριο σιρόπι, η τοξικολογία επίσης ευθύνεται που ο σκύλος μου ζει ακόμη μετρά από κείνη την φόλα που έφαγε…

Και κάπου εκεί η Μαρία η φιλόζωη, η κατά των πειραμάτων στα ζώα, η μπλα μπλα μπλα έφαγε το πρώτο χαστούκι στη μούρη.

Γιατί συνειδητοποίησα πως για να φτάσουμε να ξέρουμε όλα αυτά σαν άνθρωποι και να έχουμε σχεδιάσει και τα αντίστοιχα αντίδοτα, θυσιάστηκαν πάρα πολλά πειραματόζωα. Επίσης πολλά πειραματόζωα θυσιάστηκαν για να έχεις τώρα στη διάθεση σου μια τεράστια γκάμα φαρμάκων ικανών να θεραπεύσουν από ένα κοινό κρυολόγημα μέχρι να ρυθμίσουν έναν επιληπτικό ή να ελαχιστοποιήσουν έναν όγκο. Πειραματόζωα χρειάστηκαν και θα χρειαστούν και για να νικήσουμε το AIDS.

Και υπάρχει και κάτι ακόμα που ίσως να μην το ξέρεις, αλλά στο λέω με κάθε ειλικρίνεια και επιστημονική γνώση (όση έχω τέλος πάντων). Θυσιάστηκαν και πάρα πολλοί άνθρωποι. Οι κλινικές μελέτες είναι ο ευγενικός τρόπος να πεις «ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ».

Κι ίσως ήδη να με έχεις γράψει στα μαύρα κατάστιχα ως μια καπιταλίστρια που δεν ενδιαφέρεται για τα ζώα και νοιάζεται μόνο για την αύξηση του κέρδους και του μέσου όρου ζωής του ζώου που λέγεται άνθρωπος. Όμως όχι φίλε μου δεν πάει έτσι. Δε νοιάζομαι μόνο γι’ αυτό. Νοιάζομαι για την πρόοδο μας ως κοινωνία και ως οικοσύστημα γενικότερα. Γιατί αν δοκιμάσεις να αφαιρέσεις αυτή τη στιγμή τα ποντίκια, τα βατράχια, τα κουνέλια και γενικά πολλά είδη αμφίβιων και τρωκτικών από τα εργαστήρια, θα έχεις δημιουργήσει έναν νέο μεσαίωνα. Οι άνθρωποι θα αρχίσουν και πάλι να πεθαίνουν από απλές μολυσματικές νόσους, τα ζώα το ίδιο. Ο σκύλος σου που τόσο αγαπάς δε θα μπορεί να καταπολεμήσει τον όγκο που θα έχει εμφανιστεί στο στομάχι του κι εσύ απλά θα κοιτάς τον φιλαράκο σου να βασανίζεται. Τα εμβόλια που έσωσαν την ανθρωπότητα θα πάψουν να υφίστανται και θα πεθαίνουμε και πάλι από επιδημίες. Μια απλή δηλητηρίαση θα μπορεί να μας στείλει στον τάφο.

Μα θα μου πεις εντάξει ότι ανακαλύψαμε, πάει φτάνει. Και πάλι όχι. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό κάθε 10 με 15 χρονιά προστίθεται στον περιοδικό πίνακα κι ένα ακόμη χημικό στοιχείο. Κάθε 3 με 4 χρόνια εμφανίζεται κι ένας ακόμα μεταλλαξογονος παράγοντας. Κάθε 5 μέρες κι ένα καινούριο πιο ανθεκτικό στέλεχος βακτηρίου ικανό να «σου αλλάξει τα φώτα». Η ζωή προχωρά, καινούριοι κίνδυνοι εμφανίζονται, νέα στοιχεία βγαίνουν στην επιφάνεια, καινούριες μεταλλάξεις λαμβάνουν χώρα. Αρά όχι δεν μπορείς απλά να πεις στους επιστήμονες να «κάτσουν στα αυγά τους».

Φυσικά και πρέπει να υπάρχουν κάποια ηθικά όρια στο πόσα πειραματόζωα και κυρίως ποια θα έχουμε. Φυσικά και δεν πρέπει να τεθεί σε κίνδυνο η βιοποικιλότητα. Αλλά αν βγάλεις τα ποντίκια, βγάλεις τα ινδικά χοιρίδια , βγάλεις τα κουνέλια, πολύ πιθανό να αναγκαστείς να βάλεις σκυλιά, γάτες, πιθήκους και ανθρώπους. Κάτι που ήδη γίνεται σε πολλούς κλάδους της επιστήμης.Όπως προανέφερα οι κλινικές μελέτες είναι ουσιαστικά πειράματα πάνω σε ασθενείς.Ασθενεις που δεν έχουν άλλη επιλογή. Ασθενείς σε τερματικό στάδιο της ασθενείας τους που σαν άλλοι «πνιγμένοι πιάνονται από τα μαλλιά τους». Στην βιοηθική λοιπόν δεν μετράνε μόνο οι κανόνες ηθικής της κοινωνίας μας(ότι δηλαδή δεν πρέπει να βλάπτουμε τα ζωντανά πλάσματα) αλλά και ο κανόνας του ελάχιστου δυνατού κακού.
Και πως θα ξέρω μου λες ποια είναι τα όρια των επιτρεπτών πειραματόζωων. Δεν ξέρεις. Ούτε εγώ ξέρω. Ούτε κανείς μας. Όμως και για αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει να είμαστε εκεί κι όχι δέσμιοι κάποιας ασθένειας για να το ελέγξουμε και να το χειριστούμε.

Γι’ αυτό κι εγώ κρατώντας το λουρί του σκύλου μου που αν δεν υπήρχε η επιστήμη της φαρμακευτικής (με ότι θυσίες συνεπάγεται αυτό ) δε θα τα είχε καταφέρει και κρατώντας το χέρι οποιουδήποτε μικρού παιδιού σε αυτόν τον κόσμο, που θέλει να ζήσει μια υγιή ζωή , θα σου πω πως τα πειράματα στα ζώα δεν είναι κάτι που χρήζει απαγόρευσης, μόνο παρακολούθησης . Κι όχι δεν το επικροτώ σε καμιά περίπτωση, όμως κατανοώ ότι πρέπει να το αποδεχτώ και επίσης κατανοώ ότι είναι σχεδόν αδύνατο και εν μέρει επικίνδυνο να το απαγορεύσω.


By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Κοινωνικά/Πολιτικά, 0 comments
8 πράγματα που τα παιδιά του μιλενιουμ δεν ξέρουν τι είναι…

8 πράγματα που τα παιδιά του μιλενιουμ δεν ξέρουν τι είναι…

Ξέρω υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σας σοκάρω αλλά ναι, ζουν ανάμεσά μας. Πηγαίνουν σχολείο, λύκειο για την ακρίβεια, προετοιμάζονται για τις πανελλήνιες, μερικά από αυτά καπνίζουν, πίνουν κανονικό αλκοόλ (όχι τις φλωριές τύπου Gordons space) ή/και είναι ενεργά σεξουαλικά. Βγαίνουν μέχρι αργά και γυρίζουν σπίτι μόνα τους. Παιδιά που γεννήθηκαν τη 00’s δεκαετία, μετά το μιλένιουμ (ξέρεις εκείνο που θα καταστρεφόταν ο κόσμος).

Πρόσφατα γυρίζοντας από τη σχολή απόλυτα κουρασμένη σωματικά και πνευματικά (αν δεν έχεις κάνει εργαστήριο οργανικής φαρμακευτικής χημείας μην προλάβεις να κράξεις), πέτυχα στο αστικό μια κοπέλα πάνω κάτω στα 16 που μου έδωσε το αντίτιμο ζητώντας μου να της ΒΓΑΛΟΥΜΕ ένα εισιτήριο. Αφού σιγουρεύτηκα ότι ήμουν μόνη μου(γιατί εμένα που με βλέπεις έχω ξεχάσει φίλη μου μέσα σε αστικό) τη ρώτησα πότε είναι γεννημένη. Το 2000 μου είπε. Και αλήθεια σας λέω ήταν μόνη της μέσα στο αστικό, δεν φορούσε πιπίλα, δεν κρατούσε το χέρι της μαμάς της, πολύ πιθανόν να μην πίνει γάλα και φρουτόκρεμα πλέον και κρατούσε ένα βιβλίο λατινικών στο χέρι της. Ρε ναι, ναι, ήξερε να διαβάζει και να γράφει, ήταν μαθήτρια, όχι δημοτικού όπως είχα υπολογίσει στο μυαλό μου, αλλά λυκείου. Σε μια στροφή έπεσα κατά λάθος πάνω της και σιγουρεύτηκα ότι ήταν υπαρκτό ον.
Μετά (ψάχνοντας για ρυτίδες στην περιοχή των ματιών) σκέφτηκα 8 πράγματα που είναι σχεδόν απίθανο να γνωρίσει πότε ένα παιδί του μιλένιουμ.

1. Κασέτες

Κασέτες ακούω και κατευθείαν το μυαλό μου πάει σε στυλό περασμένα μέσα από τις τρυπούλες τους. Έτσι γύριζες την κασέτα πίσω κι έτσι μπορούσες και να φτιάξεις σε περίπτωση που είχε στραβώσει λίγο η ταινία μέσα. Υπήρχε και ένα μηχάνημα, το κασετόφωνο, που μπορούσε να «αποκωδικοποιήσει» τα μυστικά της και να σου χαρίσει μερικές ώρες νιρβάνας. (Nirvana, νομίζω το έπιασες το λογοπαίγνιο, ε; ε; E;)

2. Δίσκους βινυλίου/ πικάπ

Αν είχες μεγαλύτερα αδέρφια ή λίγο πιο χίπηδες γονείς θα τους θυμάσαι. Ήταν υπέροχα στρογγυλά, με μια τρυπούλα στη μέση και περιμετρικά της τρύπας, μια ετικέτα που έγραφε το όνομα του δίσκου. Το έβαζες προσεκτικά στο πικάπ και κατέβαζες με ευλάβεια την βελόνα. Άκουγες έναν χαρακτηριστικό εναρκτήριο ήχο και σε πλημμύριζε η μουσική… Κάτι δίσκοι των Nazareth ακόμα στοιχειώνουν το μυαλό μου όταν λέω τη λέξη «βινύλιο»

3. Βιντεοκασέτες

Γύριζες από το σχολείο μετά από ένα πεντάωρο με γλώσσα- γλώσσα, μαθηματικά, εμείς κι ο κόσμος, και γυμναστική βεβαίως στην τελευταία ώρα, και σε περίμενε κάποια φρεσκονοικιασμένη κασέτα με πόκεμον, πριγκίπισσες της Ντίσνεϊ, μίκυ μάους κλπ. Η υπέροχη στιγμή που την έσπρωχνες για να μπει στο βίντεο κι άκουγες τον ηδονικό ήχο της σύνδεσης. Η κασέτα γύριζε κάνοντας έναν επίσης χαρακτηριστικό ήχο και άρχιζαν να προβάλλονται στην τηλεόραση τα «αθώα πρότυπα» σου. Αν ήσουν λίγο παραπάνω σίχαμα (χαϊδευτικά το λέω βρε) θα είχες βρει κι άλλες κασέτες σε συρτάρια γονιών, μεγαλύτερων αδερφών ή ανύπαντρων θείων. Κι αν τις είχες βρει θα θυμάσαι και την κατσάδα που άκουσες μετά.

4. Δισκέτες

Δισκέτες, το πιο υποτιμημένο «αξεσουάρ» ενός υπολογιστή , ενός κουτιού για την ακρίβεια καθώς εκείνη την εποχή δεν θυμάμαι να κυκλοφορούσαν πολύ τα λάπτοπ . Έμπαιναν στην ειδικά σχεδιασμένη εσοχή και σου χάριζαν ώρες αποβλάκωσης εεεεεεεε…. διασκέδασης στον υπολογιστή του 18χρονου ξάδερφου που δε σε πολυάντεχε.

5. Παιχνίδια του Mame 32

Πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι έχουν κυκλοφορήσει μερικές βίντατζ νεότερες εκδοχές αλλά σαν το παλιό, με τα άθλια (στα όρια του καρκίνου αμφιβληστροειδούς) γραφικά και τα παιχνίδια με ταχύτητα χαμηλότερη κι από snorlax, δεν έχει. Πρόγραμμα (αν δεν κάνω λάθος) που περιείχε πάνω από 3200 παιχνίδια που κανονικά παιζόντουσαν σε παιχνιδομηχανές. Εξ ου και το όνομα Multiple Arcade Machine Emulator. Το πρόγραμμα το είχε συνήθως σε κάποια δισκέτα ο ξάδερφος/αδερφός που είπαμε και του πρόσφερε άπειρες ώρες ησυχίας καθώς αυτός διάβαζε.

6. Dial up σύνδεση ίντερνετ

«Ρε μαμά θέλω να μπω στο ίντερνετ τώρα μην πάρεις τηλέφωνο » ή «χτύπησε το τηλέφωνο και κόπηκε η σύνδεση ρε γ@#$^», δυο φράσεις που κανένα τέκνο του μιλένιουμ δεν πρόκειται να ξεστομίσει πότε. Για να δεις τι καλή που είμαι σου βρήκα και τον εκενευριστικό-μυστηριώδη ήχο που έκανε όταν συνδεόταν το μόντεμ στο ίντερνετ https://www.youtube.com/watch?v=GSRG0TqxLWc

7. LimeWire

Για να συνεχίζεις να με διαβάζεις σημαίνει ότι μάλλον δεν έχεις αρχίσει να κλαις σε εμβρυακή στάση στο πάτωμα. Γι’ αυτό κι έχω μια χαριστική βολή να σου δώσω. LimeWire. Η απαρχή των torrent. Πρόγραμμα με σήμα το λεμονάκι με λογική P2P (peer to peer) μέσω του οποίου μοιραζόσουν αρχεία ,καλά εντάξει, κυρίως έκλεβες μουσική. Ακόμα θυμάμαι που έψαχνα τραγούδια της Aguilera από κει…

8. Δραχμή

Ναι, προφανώς και δε θα γυρίσουμε στη δραχμή, τσίλλαρε.(αν γίνει κάτι τέτοιο δεσμεύομαι να βάλω πράσινο κραγιόν στην ορκωμοσία μου) Θα παραμείνει ένα βίντατζ νόμισμα. Η πρώτη σου επαφή με το χρήμα. Ένα κατοστάρικο κι ιδού το πρώτο σου κολατσιό στο δημοτικό, ένα κουλούρι…

Και κάπου εδώ σκέφτομαι σοβαρά να κλείσω το άρθρο και να κουλουριαστώ σε μια γωνιά κλαίγοντας για τη χαμένη μου νιότη. Βασικά όχι, θα κλείσω το άρθρο και θα πάω να βρω το mame 32 να πνίξω τον πόνο μου. Adieu

By Μαρία Πολυχρονιάδου

Posted by Blog in Blog, Φοιτητικά, 1 comment