Τεχνες

“Justice League” ή απλά Just Don’t

“Justice League” ή απλά Just Don’t

Βλέποντας όλο το χαμό που είχε δημιουργηθεί στο διαδίκτυο για το Justice League με κάποιους να το εκθειάζουν και άλλους να είναι για άλλη μια φορά απογοητευμένοι από τη DC,  προσπάθησα να μπω στην αίθουσα χωρίς προσδοκίες.  Δυστυχώς, δεν είμαι κενός καμβάς, οι προσδοκίες έμειναν και άρχισαν βαθμιαία να διαλύονται λεπτό με λεπτό.

Αρχικά, ο Snyder με απογοήτευσε για άλλη μια φορά σκηνοθετικά.  Βεβιασμένη και γρήγορη εναλλαγή  πλάνων,  κακή εστίαση και μια συνεχή θολούρα στο πίσω μέρος του πλάνου κατέστρεψαν σκηνές δράσης που θα έπρεπε να απογειώνουν την ταινία. Το cgi ήταν πρόχειρο και σε αρκετές σκηνές με αποσυντόνισε από τη γενική εικόνα (βλ. μουστάκι φάντασμα Superman). Φυσικά, υπήρχαν και εξαιρέσεις.  Οι σκηνές με Wonder Woman και αμαζόνες ήταν για άλλη μια φορά επικές και ο Superman με τον Flash μοιράστηκαν μια υπέροχη σκηνή που για λίγο έσβησε την ξενέρα μας. Δεν γίνεται δύο σκηνές δράσης όμως να σώσουν μια ταινία που κατά κόρον βασίζεται στις μάχες της. Και όχι δεν ήμουν αρνητικά προκατειλημμένη με τη DC ούτε εξυμνώ τη Marvel. Μάλιστα, προτιμώ τους ήρωες της πρώτης από τη δεύτερη και στεναχωριέμαι που δεν μπορούν να υιοθετήσουν ένα δικό τους χαρακτήρα στον κινηματογράφο και να παρουσιάσουν τους χαρακτήρες του όπως τους αξίζουν.

Και προχωράω στο δεύτερο και πιο βασικό πράγμα που με ενόχλησε περισσότερο.

Θα μπορούσα να ανεχτώ την κακή σκηνοθεσία  αν υπήρχε ανάπτυξη χαρακτήρων και δέσιμο μεταξύ τους.  Για κάποιο λόγο οι σεναριογράφοι πίστευαν ότι με κλισέ σαπουνοπεροσυναισθηματικές ατάκες  (ναι, οκ μόλις δημιούργησα μια λέξη που δεν υπάρχει αλλά stick to the point) και στιγμές θα σε κάνουν να νιώσεις τους χαρακτήρες (BTW για ανάπτυξη χαρακτήρων σε superhero ταινία το Logan διδάσκει).Από τους αγαπημένους μου ήρωες της DC είναι ο Flash και,έχοντας δει τον Ezra Miller να παίζει καταπληκτικά σε άλλες ταινίες (βλ. We need to talk about Kevin), ήλπιζα να αποτυπωθεί σωστά στη μεγάλη οθόνη.  Έλα όμως που η DC ήθελε να ακολουθήσει την κλασική συνταγή superhero ταινίας που αναγκαστικά κάποιος χαρακτήρας αναλαμβάνει τον τύπο που θα κάνει comic relief.

Ε, μαντέψτε ποιος είναι στο Justice League.  Ο Flash παρουσιάζεται ως ένας ενοχλητικός, ηλίθιος τύπος που συνεχώς πετάει ατάκες, οι οποίες από ένα σημείο και μετά κουράζουν. Ο Cyborg είναι ο πονεμένος χαρακτήρας της ταινίας και εσύ υποτίθεται ότι  πρέπει να ταυτιστείς μαζί του, χωρίς η ταινία να φροντίζει για αυτό.  Ο Jason Momoa ως Aquaman έκανε τη δουλειά του σωστά.  Τα κοριτσάκια αναστέναξαν. Ο Ben Affleck είχε μια κρύα ερμηνεία ως Batman σε όλη την ταινία.  Οι μόνοι που παραδόξως με άγγιξαν ήταν ο Superman και η Wonder Woman.

Αυτό που μου έλειψε όμως ως ομάδα υπερηρώων είναι να τη δω όντως να δένεται και να λειτουργεί ως ομάδα, πράγμα που μέχρι και το Suicide Squad είχε καταφέρει.  Τον κακό της ταινίας και όλο το σχέδιο του δε θα το σχολιάσω εκτενώς  κυρίως για να μην κάνω spoiler. Απλά θα πω, ότι με τις ατάκες του μου θύμισε κακό από παιδικό cartoon, καθώς και ότι το μεγάλο σχέδιο του είχε κενά  που δεν εξηγήθηκαν ποτέ και οι σεναριογράφοι νόμιζαν ότι τα έσωσαν με ένα φθηνό exposition.  Μας αξίζει κάτι περισσότερο από αυτό.

Για να κλείσω ξέρω ότι πολλοί θα διαμαρτυρηθούν,  θα με πουν κακοπροαίρετη, ότι κρίνω άτοπα και αυστηρά μια superhero ταινία,ότι δεν κάνω κριτική αλλά diss. Υπάρχουμε όμως κάποιοι που πλέον δεν μας αρκεί αυτή  η χιλιοχρησιμοποιημένη συνταγή.  Θέλουμε ό,τι θέλουμε και σε οποιαδήποτε άλλη ταινία.  Σκηνοθεσία που έστω να μην κουράζει, ανάπτυξη  χαρακτήρων και πλοκή χωρίς κοιλιές.  Αν δεν μπορείς να κάνεις αυτά σωστά, τουλάχιστον κάνε ο,τι κάνει η Marvel. Δώσε γαμάτες σκηνές δράσης. Γιατί και το Guardians of the Galaxy 2 δεν είχε τίποτα καινοτόμο, αλλά ήταν διασκεδαστικό.

Με βαριά καρδιά θα πω ότι δύσκολα θα ξαναδώσω ευκαιρία στη DC στο cinema, εκτός και αν επιτέλους βρει και θεμελιώσει ένα δικό της χαρακτήρα στις ταινίες και να μην δίνει κάτι πρόχειρο και τυποποιημένο.

 

By Έμιλυ Ντάνου

Posted by InfinityGreeceBloggers in Blog, Κινηματογραφος, Τεχνες, 0 comments
Το τελευταίο Σημείωμα | Από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στις καρδιές μας

Το τελευταίο Σημείωμα | Από το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στις καρδιές μας

Παρόλο που η Νεότερη Ελληνική Ιστορία είναι από τις μεγαλύτερές μου αγάπες ποτέ δεν ήμουν υπέρ των ιστορικών ταινιών. Θεωρούσα πως τίποτα δε μπορεί να σε κάνει να κατανοήσεις καλύτερα τα γεγονότα παρά μόνο το πολύ διάβασμα (ναι, μιλάς με μια βιβλιοφάγο). Αν με ρωτήσεις σήμερα, η άποψη μου είναι πλέον εντελώς διαφορετική. Κι αυτό γιατί μια ξαφνική βόλτα στο σινεμά μπορεί να σου προσφέρει μοναδικές συγκινήσεις.

«Το τελευταίο σημείωμα» αποτελεί, δίχως αμφιβολία, το τελευταίο αριστούργημα του Παντελή Βούλγαρη. Μία ταινία φόρο τιμής στους 200 της Καισαριανής, που εκτελέστηκαν την 1η Μαΐου 1944 από δυνάμεις της Κατοχής, ως αντίποινα για τη δολοφονία τεσσάρων Γερμανών αξιωματικών.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία του κουμουνιστή και συνδικαλιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο οποίος συνελήφθη από το καθεστώς Μεταξά, εξορίστηκε και κατέληξε στις φυλακές της Ακροναυπλίας, απ όπου και παραδόθηκε στους Γερμανούς μαζί με εκατοντάδες πολιτικούς κρατούμενους. Από την πρώτη κιόλας σκηνή ορίζεται ως χώρος δράσης το στρατόπεδο Χαϊδαρίου, οπού ο Σουκατζίδης ασκεί χρέη διερμηνέα για τον διοικητή του και υπολοχαγό των SS , Κάρλ Φίσερ. Παράλληλα παρουσιάζονται  πτυχές της καθημερινής ζωής των τροφίμων της φυλακής ως και την κορύφωση του δράματος, την εκτέλεση τους στην Καισαριανή.

Σχεδόν μαγικό θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τον τρόπο της Ιωάννας Καρυστιάνη και του Παντελή Βούλγαρη να δομούν ολοκληρωμένες ηθικά οντότητες. Αναφορά γίνεται στη ζωή όλων των χαρακτήρων ,με τρόπο διαφορετικό αλλά πάντα με τον ίδιο σεβασμό, δίχως ο ένας να επισκιάζει τον άλλον. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι δυσκολίες που υφίστανται όλοι οι κρατούμενοι των φυλακών, γυναίκες και άντρες. Ο εγκλεισμός τους φαντάζει ανούσιος μπροστά στα βασανιστήρια και στις ανακρίσεις . Όλοι τους τραγικά πρόσωπα, άτομα που τους στέρησαν τις οικογένειές τους, την καθημερινότητά τους, τη ζωή τους. Κι όμως, μέσα στις δυσκολίες και τον πόνο, βρίσκουν δύναμη να δημιουργήσουν μια νέα καθημερινότητα μέσα στους θαλάμους τους, γίνονται όλοι μαζί μια μεγάλη οικογένεια.

Δεν είναι λίγες οι στιγμές που ο πρωταγωνιστής νιώθει εγκλωβισμένος , καθώς λόγω της θέσης του επιβάλλεται να παρίσταται κατά κύριο λόγω σε ανακρίσεις ομοεθνών του. Έρχεται σε σύγκρουση με τους δικούς του ανθρώπους, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην θέληση του για ζωή και την αγάπη του για την πατρίδα και τις προσωπικές του ιδεολογίες. Τραγικό πρόσωπο θεωρείται και  ο  Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου, καθώς κατακλύζεται από αντιφατικά συναισθήματα για τον τελευταίο. Τον παίρνει μαζί του σε εκδρομές, συζητά μαζί του και υπολογίζει αρκετές φορές την άποψη του. Μάλιστα είναι πρόθυμος να του σώσει τη ζωή καθώς  φροντίζει για τη φυγή του Ναπολέοντα μαζί με τη μνηστή του στη Γερμανία. Παρόλα αυτά δε διστάζει όχι μόνο να τον απειλήσει αλλά και να τον τιμωρήσει , όταν εκείνος του μιλάει ειλικρινά και χωρίς δουλοπρέπεια. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μια έντονη αλλά και  ταυτόχρονα διαταραγμένη συναισθηματικά σχέση, η οποία εξελίσσεται ανάμεσα σε δύο εντελώς αντίθετους κόσμους, πολιτικά, πολιτιστικά αλλά και ψυχολογικά.

Η λέξη «εκπληκτικές» είναι μόνο λίγο για να χαρακτηρίσει κανείς τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Ακόμη και σε σκηνές δίχως λόγια, η παρουσία τους στο χώρο αρκεί για να γεμίσει  ολόκληρο το πλάνο. Μόνο και με το βλέμμα τους καταφέρνουν να εκφράσουν συναισθήματα που τα λόγια δε μπορούν καν να πλησιάσουν. Ωστόσο δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να παραλείψω την ερμηνεία  τριών ηθοποιών που ξεχώρισαν λίγο παραπάνω στα μάτια μου. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, Ανδρέας Κωσταντίνου, κερδίζει αμέσως τον θεατή με την λιτή  αλλά ταυτόχρονα άρτια ερμηνεία του. Η ηρεμία που τον διακατέχει, ακόμη και στις πιο κρίσιμες σκηνές είναι τρομακτική. Δε σταματά ποτέ να είναι αγέρωχος αλλά την ίδια στιγμή πράος. Δείχνει να μη τον κατακλύζει ποτέ ο φόβος του θανάτου, όσο κι αν τον πλησιάζει. Ένας πραγματικός ήρωας. Από την αντίθετη πλευρά συναντά κανείς τον εσωτερικά ταραγμένο Φίσερ, που φαίνεται να μη μπορεί να διαχειριστεί τα αντιφατικά συναισθήματα  του και να διαχειριστεί την περίεργη αυτή «φιλία ». Μία καθηλωτική ερμηνεία του καταξιωμένου Αντρέ Χένικε, που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο, ειδικά στις τελευταίες σκηνές, όπου φαίνεται να αναγνωρίζει και να σέβεται τη θυσία των 200 αντρών. Τέλος στήριγμα όλων μέσα στο θάλαμο ο Τάσος Δήμας,  ο οποίος συγκινεί με τη δύναμη ψυχής να τους αγκαλιάζει όλους σαν παιδιά του, καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

Για το τέλος άφησα την καλύτερη και πιο καλοσκηνοθετημένη  σκηνή της ταινίας. Ένα αποχαιρετιστήριο και βαθιά ανθρώπινο γλέντι την τελευταία μέρα της ζωής τους, την προσωπική τους νίκη απέναντι στο θάνατο. Μια άρτια δομημένη σκηνή που ενώνει όλο τον Ελληνισμό, από τον Πόντο ως την Κρήτη, με τα συναισθήματα να σε κατακλύζουν.

Το «Τελευταίο Σημείωμα» δε σου προσφέρει μόνο με τον πιο άμεσο τρόπο ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα  της ελληνικής ιστορίας, που ίσως, δυστυχώς, να μην είναι γνωστό σε όλους αλλά παράλληλα σου μεταδίδει μια απερίγραπτη δύναμη να συνεχίσεις παρά τις δυσκολίες. Μια εξαιρετική συνεργασία που κάνει και τους πιο δυνατούς να λυγίσουν.

By Σταυριάννα Δεδικούση

Posted by InfinityGreeceBloggers in Blog, Κινηματογραφος, Τεχνες, 0 comments
(Μήπως) Να σου πω μια ιστορία (;)

(Μήπως) Να σου πω μια ιστορία (;)

Ο Χόρχε Μπουκάι γεννήθηκε το 1949 στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Γιατρός και ψυχοθεραπευτής της σχολής Γκεστάλτ, ειδικεύτηκε στη θεραπεία των νοητικών ασθενειών.  Όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με τη συγγραφή, είδε περισσότερα από δώδεκα βιβλία του να μεταφράζονται σε -τουλάχιστον- είκοσι μία γλώσσες και να τοποθετούνται πρώτα στις λίστες των ευπώλητων κάθε χώρας. Το “Να σου πω μια ιστορία” κυκλοφόρησε το 2008 από τις εκδόσεις opera είναι ένα από αυτά τα έργα.

“Αυτές οι ιστορίες γράφτηκαν

για να δείξουν ένα δρόμο.

Να βρεθεί το διαμάντι που κρύβεται μέσα τους,

είναι δουλειά του καθενός από εμάς.”

Ο νεαρός φοιτητής Ντεμιάν, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει τον εαυτό του, έχει δοκιμάσει διάφορες μεθόδους και σχολές ψυχοθεραπείας. Δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα. Αυτή τη φορά, με προτροπή της φίλης του Κλαούντια, χτυπάει διστακτικά την πόρτα του ιατρείου του Χόρχε, του “Χοντρού”,όπως θα τον αποκαλεί.

Ο “λίγο περίεργος” θεραπευτής τού προσφέρει μάτε σ’ ένα ζεστό και απεριποίητο χώρο, που δε θύμιζε σε τίποτα ιατρείο.Ο Ντεμιάν παίρνει το λόγο και αποκαλύπτει τις αδυναμίες του, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σε κάθε είδους σχέση που υπάρχει στη ζωή του, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως μάλλον το πρόβλημα είναι δικό του. Τότε για πρώτη φορά ο Χοντρός θα του πει μια ιστορία.

Αυτός θα είναι και ο τρόπος με τον οποίο θα βοηθήσει τον Ντεμιάν να αναγνωρίσει και διαχειριστεί τα αδιέξοδά του. Σε κάθε περίσταση ο Χόρχε θα αποκρίνεται με μύθους, παραβολές, παραμύθια, έξυπνες φράσεις κι επιτυχημένες μεταφορές. “Όπως έλεγε, ο μόνος τρόπος να κατανοήσεις ένα συμβάν χωρίς να το εξηγήσεις άμεσα, είναι μέσω μιας εσωτερικής συμβολικής αναπαράστασης του γεγονότος. Ένας μύθος, ένα παραμύθι ή ένα ανέκδοτο μπορεί να αποτυπωθεί στη μνήμη εκατό φορές πιο ανεξίτηλα από χίλιες θεωρητικές εξηγήσεις, ψυχαναλυτικές ερμηνείες ή επιχειρήματα”.

Οι ιστορίες του Χόρχε, αντλημένες από τη λαϊκή προφορική παράδοση ή απευθείας από τη φαντασία του,  δεν αποτελούν έτοιμες λύσεις και θεωρίες ευτυχίας. Προσπαθούν να  καθοδηγήσουν τον νεαρό φοιτητή στο σημείο όπου θα μπορέσει να διακρίνει τις εσωτερικές του αντιφάσεις και αδυναμίες, θα τού θέσουν ερωτήματα αιώνια και καθολικά σχετικά με την αλήθεια, τους άλλους, τον εσώτερο εαυτό του. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι κάθε φορά μια νέα άσκηση, μια δύσκολη πρόκληση.

Η πρόκληση για απαντήσεις, ή έστω για προβληματισμό και ενδοσκόπηση, απευθύνεται και στον αναγνώστη. Διαβάζοντας τα πολύ μικρά διηγήματα του Μπουκάι, θα αντικρίσουμε συχνά κομμάτια του δικού μας ψυχισμού στο Ντεμιάν, θα ταυτιστούμε με τις αγωνίες και τις ανασφάλειές του και ανυπόμονα θα διαβάσουμε την ιστορία που έχει να πει και σ’εμάς ο Χοντρός.

Η αμεσότητα της γραφής του Μπουκάι είναι τέτοια, που οι αφηγήσεις του θα θυμίσουν αυτές που μάς έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά όσο εμείς τους ακούγαμε ίσως μόνο από αγάπη, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το διδακτικό μήνυμα. Μπορεί και να μην είχαμε ανάγκη τότε να το αντιληφθούμε.  Τώρα, διαβάζοντας το βιβλίο, είμαι σίγουρη ότι θα δημιουργηθεί και σ’εσάς η επιθυμία και η ευχή να μπορούσατε να αποστηθίσετε κάθε ιστορία του Χοντρού, να την έχετε εύκαιρη όταν τη χρειαστείτε,ώστε να την υπενθυμίσετε στον εαυτό σας ή -κυρίως- να την αφηγηθείτε σε έναν δικό σας άνθρωπο μόλις δείτε πως το έχει ανάγκη.

Μήπως να σου πω μια ιστορία;

Δεν μπορώ να σας αφήσω χωρίς ένα μικρό απόσπασμα. Ακολουθεί περίληψη ενός διηγήματος, καθώς δεν μπορώ να το παραθέσω αυτολεξεί, ελπίζω όμως να καταλάβετε τι συμβαίνει στα παραμύθια του Χόρχε.

{Ακούστε και αυτό, καθώς το διαβάζετε. Μια ιστορία έχει να αφηγηθεί και ο Cohen. Δεν την έχω καταλάβει πολύ καλά, εύχομαι όμως να κατάφερε να την πει. (Να σημειώσω παρακαλώ -για να μην καίγομαι μόνη μου – ότι το έχουν διασκευάσει οι Tori Amos, Damien Rice ΚΑΙ Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Ηρεμώ.)}

Ο Χόρχε και ο Ντεμιάν συζητούν για την ειλικρίνεια και ο Χόρχε προσπαθεί να καταδείξει στον νεαρό φοιτητή ότι ανάμεσα στο “είμαι ειλικρινής” και στο “είμαι απόλυτα ανοιχτός” υπάρχει σημαντική διαφορά. “Είμαι ανοιχτός σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένα κρυφό σημείο μέσα μου, κανένα σημείο όπου να απαγορεύεται η είσοδος. Η ειλικρίνεια είναι κάτι λιγότερο. Σημαίνει: ‘ό,τι σου λέω είναι αλήθεια. Τουλάχιστον αλήθεια για εμένα. Δηλαδή, δε σου λέω ψέματα.’ Να σου πω μια ιστορία;”

Και η αφήγηση ξεκινά. Αφορά έναν άρχοντα μιας μακρινής χώρας, απάνθρωπο και σκληρό. Μια μέρα ο ιερέας του χωριού, που αφιέρωνε τη ζωή του για να βοηθάει τους συγχωριανούς του, τούς συγκέντρωσε και τους υπέδειξε την ανάγκη να αντιδράσουν και να ελευθερώσουν το χωριό τους από τον τύραννο. Εκείνοι φυσικά τον υπάκουσαν με αγάπη και σεβασμό. 

Έφτασαν τα γενέθλια του αφέντη και διατάχθηκε όλοι να γονατίζουν και να προσκυνούν στο πέρασμά του. Ένας νέος παράκουσε την εντολή και εξαγρίωσε τον αφέντη, ο οποίος φυσικά αποφάσισε να τον καταδικάσει σε θάνατο, αφού ο νέος δεν έδειξε μεταμέλεια. Ξαφνικά όμως δεκάδες άνθρωποι άρχισαν να πλησιάζουν τον άρχοντα και να του ζητούν επίμονα να αποκεφαλίσει κι εκείνους. Αυτό που τον προβλημάτισε περισσότερο,όμως, ήταν ότι όλοι διεκδικούσαν την πρώτη θέση στη σειρά της εκτέλεσης.

Ο άρχοντας καλεί το σοφό ιερέα, θεωρώντας πως μπορεί να εξηγήσει το περίεργο αυτό περιστατικό. Εκείνος σιωπά. Ο άρχοντας αρχίζει να τον βασανίζει και καλεί τους μαθητές του, προκειμένου να εκβιάσει κι εκείνους για να του αποκαλύψουν το μυστικό. Ένας μαθητής λυγίζει στην εικόνα του βασανισμένου δασκάλου του (παρ’όλο που εκείνος τον διέταζε να μην πει λέξη!) και αποκαλύπτει στον αφέντη πως ο πρώτος άνθρωπος που θα σκοτωθεί εκείνη την ημέρα, μετά τη δύση του ηλίου, θα κερδίσει την αθανασία, σύμφωνα με τις Γραφές. Ο τύραννος, που το μόνο που φοβόταν ήταν ο θάνατος, υπέγραψε τη δική του εκτέλεση, κι έτσι το χωριό κέρδισε την ελεύθερη και ειρηνική ζωή του.

“Ντεμιάν, γιατί ο άρχοντας φεουδάρχης πίστεψε ένα τέτοιο ψέμα; Γιατί έφτασε να διατάξει το δικό του θάνατο, με μία ιστορία που του έλεγαν οι εχθροί του; Γιατί έπεσε στην παγίδα του δασκάλου; Μία είναι η απάντηση:

ΓΙΑΤΙ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΨΕΙ.

Ήθελε να πιστέψει ότι ήταν αλήθεια. Κι αυτό, Ντεμιάν, είναι από τα πιο απίστευτα ισχυρά κίνητρα που έχω δει στη ζωή μου. Πιστεύουμε ορισμένα ψέματα για διάφορους λόγους, όμως, προπαντός, τα πιστεύουμε επειδή θέλουμε να τα πιστέψουμε.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ

ΝΑ ΕΞΑΠΑΤΗΘΕΙ,

ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΤΟ ΨΕΜΑ

ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΟΥ .

 

Μέχρι το επόμενο ραντεβού μας εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε ήρεμοι και χαμογελαστοί.

 

By  Λέιλα Ανδριώτη

Posted by InfinityGreeceBloggers in Λογοτεχνια, Τεχνες, 0 comments
Αγαπημένα πρόσωπα και αγαπημένες ταινίες

Αγαπημένα πρόσωπα και αγαπημένες ταινίες

Στο προηγούμενο άρθρο μου σου είπα για την ομάδα μου, την Κινηματογραφική Λέσχη Φοιτητών Αλεξανδρούπολης. Αν το έχεις διαβάσει θα έχεις καταλάβει πόσο χαίρομαι που είμαι μέλος αυτής της ομάδας. Από την άλλη ,όμως, έχω ακούσει πολλά σχόλια για αυτή την ενασχόληση μου όπως ότι προβάλλουμε μόνο «κουλτουριάρικες» ταινίες, παλιές, ασπρόμαυρες και γενικά ταινίες που είναι πιο «βαριές» και δυσνόητες. Δεν σου κρύβω ότι πολλές φορές αναρωτιόμασταν αν πρέπει να αλλάξουμε το ύφος μας σαν ομάδα και να επιλέγουμε πιο εμπορικές ταινίες. Όλα αυτά με έκαναν να σκεφτώ γιατί μια ταινία θεωρείται καλή ενώ μια άλλη όχι. Γιατί το Fast & Furious και το Notebook είναι κατώτερα ,στα μάτια αρκετών σινεφίλ, από το Mulholland Drive και την Έβδομη Σφραγίδα.

Η απάντηση, για μένα, είναι μια. Η περιγραφή. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να διαλέξεις ταινία από το να ακούσεις κάποιον που είναι θαυμαστής της να σου την περιγράφει. Είτε ακούς κάποιον να σου περιγράφει το Fast & Furious, είτε ακούς κάποιον να σου περιγράφει το Brief Encounter, ο τρόπος που θα σου το περιγράψει αρκεί για να σε πείσει να το δεις, να το προτείνεις και να γίνει μια από τις δικές σου αγαπημένες ταινίες. Γιατί αυτό το άτομο έχει δει την ταινία, έχει ερωτευτεί τον πρωταγωνιστή, έχει ταυτιστεί με κάποιο quote και τώρα θέλει να μεταφέρει αυτά τα συναισθήματα και σε σένα. Θέλει να σε κάνει να πιστέψεις ότι είναι μια καλή ταινία και ότι, προφανώς, πρέπει να την δεις. Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτών των σκέψεων μου ένα βράδυ που έβρεχε στη μακρινή Αλεξανδρούπολη, αποφάσισα να ζητήσω από τα δικά μου αγαπημένα άτομα να μου πουν για την αγαπημένη τους ταινία και να με πείσουν να γίνει η δική μου αγαπημένη ταινία.

 

Τάσος: The Fountain (2006) Darren Aronofsky

Σπειροειδή πλάνα, κοντινό στα μάτια και πλάνα συμμετρίας είναι χαρακτηριστικά ενός σκηνοθέτη που μέχρι και σήμερα διχάζει κριτικούς και κοινό. Χρώματα στους τόνους του καφέ και κίτρινου και μια ιστορία στα πλαίσια πραγματικότητας, επιστημονικής φαντασίας και πνευματικότητας σε καθηλώνουν. Μια από τις αγαπημένες μου ταινίες γιατί είναι δύσκολο να την εκτιμήσεις και να της δώσεις την προσοχή που χρειάζεται. Την είδα αρκετές φορές και κάθε φορά ανακαλύπτω και κάτι καινούργιο. Συναισθήματα αγάπης, τρυφερότητας, υπομονής, επιμονής και ανάγκης  για να κρατήσεις τους δικούς σου ανθρώπους κοντά έρχονται σε αντίθεση με συναισθήματα οργής, ματαιοδοξίας, πένθους και θανάτου. Μια παρεξηγημένη ταινία που τη βρήκα τυχαία και με κάνει να σκέφτομαι πόσα παρεξηγημένα πράγματα στη ζωή απλά χρειάζονται λίγη προσοχή. Είναι η καλύτερη συντροφιά που μπορώ να βρω όταν δεν είμαι στα καλύτερα μου με ένα μοναδικό και σαγηνευτικό soundtrack που με αγγίζει βαθιά κάθε φορά. Ένα quote από την ίδια την ταινία που θα ήθελα ο ίδιος να το αφιερώσω σε αυτήν γιατί κάθε φορά που την βλέπω τη συνδέω με διαφορετικές αναμνήσεις, μου δημιουργεί νέες και με τραβά μαζί της στον χρόνο.

 

 

Παύλος: Swiss Army Man (2016), Dan Kwan & Daniel Scheinert

 

Ιδιαίτερο. Εκκεντρικό. Ανθρώπινο. Το Swiss Army Man το είδα τυχαία και το ερωτεύτηκα αυθόρμητα. Ίσως από τις πιο παράξενες ταινίες που έχω δει αλλά παράλληλα από αυτές που με έχουν αγγίξει περισσότερο. Εξαιρετικά πρωτότυπη και εθιστική μουσική, αναπάντεχα καλές ερμηνείες και ένα σενάριο που θα σε κάνεις να γελάς και να κλαίς ταυτόχρονα. Αν και είναι δύσκολο να την κατηγοριοποιήσεις, αυτή η ταινία θα χρησιμοποιήσει το εκκεντρικά κωμικό της στοιχείο και θα το μετατρέψει σε ένα κοινωνικό σχόλιο για θέματα όπως η αγάπη, η φιλία και η μοναξιά. Με τον μοναδικό της τρόπο, με έκανε να αναρωτηθώ και να στοχαστώ. Τι είναι αυτό που χρειαζόμαστε; Ποιό είναι το νόημα των πράξεών μας;  Τι είναι η ζωή; Ένα πτώμα και ο φίλος του θα σε συνοδεύσουν στο πιο αστεία υπαρξιακό ταξίδι που έχεις πάει. Δώσε της την ευκαιρία και δες την μέχρι το τέλος. Θα σε επιβραβεύσει.

 

Νεφέλη: Before Sunrise

Ένα αγόρι. Ένα κορίτσι. Ένα τρένο και η Βιέννη…

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτή είναι όλη η ταινία με 9 λέξεις. Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται να ξέρεις και πολλά περισσότερα πριν την δεις. Το σενάριο αρκετά απλοϊκό, χωρίς ιδιαίτερα σύνθετη πλοκή, όλα κυλούν τόσο απλά και φυσικά που παρασύρεσαι από τις υπέροχες συζητήσεις των δυο αυτών άγνωστων ανθρώπων. Μιλούν για αγάπη, έρωτα, ποίηση, θρησκεία, ζωή, θάνατο και όλα μοιάζουν να είναι τόσο σωστά βαλμένα τη στιγμή που πρέπει, με τα λόγια που πρέπει, δημιουργώντας έτσι συνέχεια  μικρές στιγμές μαγείας. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ταινία που βασίζεται αποκλειστικά στις ερμηνείες δυο εξαιρετικών ηθοποιών (Ethan Hawke & Julie Delpy) με φόντο την πανέμορφη Βιέννη. Το σίγουρο είναι ότι τελειώνοντας την ταινία σκέφτεσαι διάφορα για τη ζωή, την αγάπη, το αν υπάρχουν καρμικές σχέσεις, το αν όλα αυτά που μας συμβαίνουν είναι τυχαία ή το αν ό,τι κάνουμε στη ζωή μας το κάνουμε για να αγαπηθούμε λίγο περισσότερο…

 

 

Ζωή: Μανταρίνια

Γεια, εγώ είμαι η Ζωή! Χαίρομαι που διαβάζεις την στήλη της φίλης μου και μπράβο σου γιατί αξίζει! Εγώ με τη σειρά μου θα σου προτείνω τα «Μανταρίνια» και όχι γιατί είναι η εποχή τους αλλά γιατί είναι η αντιπολεμική ταινία που με κέρδισε όσο καμία άλλη. Σε πολεμικό σκηνικό, η ιστορία ενός Εσθονού καλλιεργητή μανταρινιών που περιθάλπει με περίσσεια ανθρωπιά δύο βαριά τραυματισμένους από αντίπαλο στρατόπεδο θα σε συναρπάσει. Με τις συγκρούσεις ανάμεσα τους να εντείνονται όλο και περισσότερο, σε κάνει να αναρωτηθείς αν είναι περισσότερα αυτά που μας ενώνουν από αυτά που μας χωρίζουν. Ελπίζω να σε πείσω να τη δεις γιατί στην ΚΛΕΦΑ δύο χρόνια προσπαθώ, αλλά μάταια. Δεν τα παρατάω όμως και ελπίζω και εσύ όταν δεις το τόσο εξαιρετικό σενάριο όσο και την εκπληκτική σκηνοθεσία να συμφωνήσεις μαζί μου.

 

 

Αυτά είναι μερικά από τα αγαπημένα μου πρόσωπα και αυτές είναι οι αγαπημένες τους ταινίες. Εμένα με έπεισαν. Εσένα;

 

By Φρόσω Χαλκίδου

Posted by InfinityGreeceBloggers in Blog, Κινηματογραφος, Τεχνες, 0 comments
Κινηματογραφική Λέσχη Φοιτητών Αλεξανδρούπολης | Κ.ΛΕ.Φ.Α.

Κινηματογραφική Λέσχη Φοιτητών Αλεξανδρούπολης | Κ.ΛΕ.Φ.Α.

Θυμάσαι στο προηγούμενο μου άρθρο που σου έδωσα μια υπόσχεση; Εγώ τις υποσχέσεις μου τις κρατάω και για αυτό στο σημερινό μου άρθρο θα σου μιλήσω για την λέσχη της καρδιάς μου, την Κ.ΛΕ.Φ.Α (Κινηματογραφική Λέσχη Φοιτητών Αλεξανδρούπολης). Η ΚΛΕΦΑ, λοιπόν, έχει τα δεύτερα γενέθλια της τον Μάρτιο (φυσικά θα σε ενημερώσω με σχετικό άρθρο και τότε) και δημιουργήθηκε από φοιτητές της Αλεξανδρούπολης με σκοπό να προάγουν την κριτική σκέψη, ανάλυση και παιδεία μέσω του κινηματογράφου όπως λένε στην περιγραφή της σελίδας τους (https://www.facebook.com/KinimatografikiLesxiFoititwnAlexandroupolis/?hc_ref=ARR7Ig7dW46rNU7qyOFCxdBuzcHjybtyM5xyCPxF87wUH2Otf8IguhZygcfCcoYIYVc&fref=gs&dti=1680312825564269&hc_location=group). Μπορεί να αναρωτιέσαι γιατί τόση ώρα γράφω σε γ’ πληθυντικό πρόσωπο αφού σου έχω πει ότι είμαι και εγώ μέλος αυτής της ομάδας, μπορεί και όχι. Για να σου λύσω την απορία θα σου πω ότι συμμετέχω στην ομάδα τον τελευταίο χρόνο και δυστυχώς δεν ήμουν μέλος από την αρχή της λειτουργίας της.

Ο τελευταίος αυτός χρόνος άλλαξε αρκετά τις απόψεις μου για ορισμένα θέματα, με έκανε να ωριμάσω κινηματογραφικά όπως λέει ένας φίλος μου και μου έδειξε πόσα μπορώ να καταφέρω αν θέλω κάτι πολύ. Πολύ κοινότυπα όμως όλα αυτά, για αυτό θα σου μιλήσω με παραδείγματα. Δεν ήξερα ποιος είναι Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ούτε και ο Αλμοδόβαρ. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα αφιερώνω τόσο χρόνο για να ζωγραφίζω πάνω σε σακουλάκια για ποπ κορν, πόσο μάλλον ότι θα υπάρχουν άτομα που θα τα κρατάνε μετά από κάθε προβολή τα σακουλάκια μου. Δεν περίμενα ότι αυτή η φοιτητική ομάδα-παρέα-θα έφτανε στο σημείο να της ζητάνε τοπικοί φορείς να συνεργαστούν για μια προβολή (ναι, έγινε και αυτό).

Είμαι χαρούμενη όταν οι προβολές έχουν κόσμο και στεναχωριέμαι όταν η αίθουσα είναι άδεια, αναρωτιέμαι τι κάναμε λάθος. Τις προάλλες, όμως, μου συνέβη κάτι περίεργο, ενώ η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια, εγώ πέρασα υπέροχα. Αποφάσισα ότι αυτή είναι η μέχρι τώρα αγαπημένη μου προβολή. Προφανώς θα σου μιλήσω για αυτή την προβολή, η οποία δεν είναι άλλη από την ταινία «Μίλα της» του Πέδρο Αλμοδόβαρ. Τα μέλη της ομάδας σχεδίαζαν εδώ και καιρό την διοργάνωση ενός τριήμερου φεστιβάλ προς τιμή του συγκεκριμένου σκηνοθέτη και όλα πήγαν υπέροχα. Στο χώρο υπήρχε ισπανικό φαγητό που έφτιαξαν τα μέλη, handmade διακόσμηση και πολλή πολλή διάθεση. Οι ταινίες που επιλέχθηκαν για προβολή ήταν έξι και σου τις προτείνω όλες ανεπιφύλακτα.

  1. Women on the verge of a nervous breakdown (2/5)

Μα δε χτυπάει το τηλέφωνο, με πνίγει το παράπονο

που δεν κατάλαβες ποτέ σου τι περνώ

κι αν έχει γίνει η αγωνία μου βουνό

Νομίζω ότι όση ώρα και να σκέφτομαι δεν μπορώ να βρω καλύτερες λέξεις που να περιγράφουν τι περνάει η πρωταγωνίστρια της ταινίας. Αν και θεωρείται από τις ταινίες σταθμός για την πορεία του Αλμοδόβαρ, δεν θα έλεγα ότι ενθουσιάστηκα, πιο πολύ γέλασα και ταυτίστηκα με την αναμονή-ελπίδα της πρωταγωνίστριας.

  1. Volver (3/5)

Αυτή που λες, είναι από τις ταινίες που βλέπεις την πρωταγωνίστρια, Penelope Cruz, και λες θα μείνω για πάντα στο ράφι, μοιάζω με το Smeagol κτλ καθώς είναι και πάλι πανέμορφη. Υπέροχη ταινία, φανταστικά χρώματα το οποίο είναι και το στοιχείο του Αλμοδόβαρ και φυσικά ένα από τα αγαπημένα του θέματα, ο θάνατος. Η αγαπημένη μου σκηνή από την ταινία είναι η στιγμή που η Penelope τραγουδά το κλασικό “Volver” με μερικές εκπλήξεις να την περιμένουν στο χώρο γύρω της. Δεν σου κάνω άλλο spoil. ΝΑ ΤΗΝ ΔΕΙΣ.

  1. The skin I live in (4/5)

Δες τώρα τι γίνεται με αυτή την ταινία. Όσο την έβλεπα ήμουν σίγουρη ότι είναι ότι πιο άρρωστο έχω δει και σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να την προβάλλουμε στο φεστιβάλ. Ωστόσο, το ανατρεπτικό σενάριο του Αλμοδόβαρ και το μήνυμα που περνάει η ταινία με έκαναν να αλλάξω γνώμη. Σου την προτείνω ανεπιφύλακτα και θα σου πω μόνο μια φράση στην οποία κατέληξα για να σε πείσω: Υπάρχουν κάποιες μη αναστρέψιμες πορείες, κάποιοι δρόμοι χωρίς επιστροφή.

  1. Bad education (4/5)

Δεν νομίζω ότι μπορώ να σου περιγράψω αυτή την ταινία χωρίς να κάνω spoil, οπότε θα σου πω απλά ότι είναι μια «περίπου» αυτοβιογραφία του Αλμοδόβαρ, έχει ακραίες εναλλαγές και εντυπωσιακά σκηνικά. Θα της προσάψω, όμως, και ένα μειονέκτημα καθώς ένιωθα πιο πολύ ότι έλυνα ένα puzzle παρά ότι έβλεπα μια ταινία, θα με καταλάβεις όταν την δεις. Να μη ξεχάσω να σου πω ότι θα μισήσεις λίγο παραπάνω τους ιερείς. Μπορεί και πολύ.

  1. All about my mother (2/5)

Μετά τους τίτλους τέλους ήθελα να πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου και να της πω πόσο την αγαπώ και ας γκρινιάζω όταν μαγειρεύει μπάμιες. Ο Αλμοδόβαρ αφιέρωσε αυτή την ταινία σε όλες τις γυναίκες που θέλουν να γίνουν μητέρες και ιδιαίτερα στη μητέρα του. Για εμένα αυτή η ταινία ήταν απλή, χωρίς κάτι το πολύ ξεχωριστό αλλά παράλληλα ένας ύμνος για τη γυναίκα και τη μητρική μορφή. Νομίζω ότι θα ήταν ιδανική για την εξής περίσταση: Κυριακή μεσημέρι, δεν θα πάω για brunch γιατί μένω στον Εύοσμο και όχι στο Manhattan, το Mega δείχνει για 1212 φορά τη «Γαλάζια λίμνη» και θέλω κάπως να σκοτώσω τον χρόνο μου

  1. Talk to her (5/5)

Δεν ξέρω πόσο καιρό είχα να νιώσω αυτό το συναίσθημα για μια ταινία. Έγινε κατευθείαν μια από τις αγαπημένες μου και θα σου πω το γιατί. Ο Αλμοδόβαρ παρουσιάζει τους άντρες σαν καρικατούρες αρκετά συχνά στις ταινίες του, εδώ όμως εξυμνεί την ανδρική φιλία η οποία βασίζεται πάνω στα προβλήματα δύο ανδρών για τις γυναίκες. Οι άντρες της ταινίας παρουσιάζονται αμήχανοι, δεν μπορούν να μιλήσουν στις γυναίκες ούτε φυσικά να κάνουν έρωτα σε «ζωντανές» γυναίκες. Μετά το τέλος της ταινίας ήμουν θυμωμένη με τον πρωταγωνιστή, βασικά έξαλλη, και σοκαρισμένη με τον τρόπο που ο Αλμοδόβαρ έθιξε και παρουσίασε το θέμα του βιασμού σε τούτη εδώ την ταινία. ΝΑ ΤΗΝ ΔΕΙΣ.

 

Οι φωτογραφίες παρακάτω είναι από το φεστιβάλ.

Το αναγνωστήριο- χώρος προβολής των ταινιών

 

Τα σακουλάκια που σου έλεγα

Homemade Ισπανικό φαγητό.

 

By Φρόσω Χαλκίδου

Posted by InfinityGreeceBloggers in Κινηματογραφος, Φοιτητικα, 0 comments
Το αλάτι της ζωής.

Το αλάτι της ζωής.

Εγώ άλλα είχα στο μυαλό μου να σας γράψω σήμερα.

Ξαφνικά,όμως, πριν λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου ένα πολύ μικρό βιβλίο-ύμνος στην καθημερινότητα και τη ζωή και μου άλλαξε τα σχέδια. Αυτό το post αποτελεί πρόταση. Αγοράς; Αλλαγής;

 

Η Francoise Heritier είναι επίτιμη καθηγήτρια στο Κολέγιο της Γαλλίας και διακεκριμένη ανθρωπολόγος και εθνολόγος. Η ίδια παραδέχεται ότι το Αλάτι της ζωής δεν είναι καθόλου κοντά στα κείμενα και στις μελέτες που γράφει. Αποτελεί ένα “παιχνίδι πένας και φαντασίας” και πιθανότατα θα ξαφνιάσει όσους γνωρίζουν κάτι από τη γραφίδα της.

Δε θα σας κρύψω πως όταν αγόρασα το βιβλίο την περασμένη εβδομάδα δεν ήξερα ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Στην αρχή ίσως δυσαρεστήθηκα όταν συνειδητοποίησα ότι το έργο δεν έχει καμία πλοκή, κανένα μύθο. Πρόκειται για μια απαρίθμηση, εν είδει καταλόγου, όλων των καθημερινών στιγμών που αποτελούν το “αλάτι” στη ζωή της Heritier. H ίδια επισημαίνει ότι αυτόν τον κατάλογο θα τον ολοκληρώσει αντλώντας κάπως από την ποιητική του υπερρεαλισμού: συνειρμικά και αυθαίρετα. Χωρίς καλολογίες και δεύτερες σκέψεις. “Και ό,τι προκύψει…”

Αφορμή για το χειμαρρώδη λόγο της αποτέλεσε μια καρτποστάλ που έλαβε από το φίλο της  Ζαν-Σαρλ Πιετ, έναν περίφημο καθηγητή και γιατρό, ο οποίος ζούσε αποκλειστικά και μόνο για τους ασθενείς και το λειτούργημά του. Της έγραφε πως τα κατάφερε κι “έκλεψε” λίγο χρόνο για διακοπές. Η επιλογή του ρήματος “έκλεψα” προβληματίζει τη Heritier, καθώς πιστεύει πως ο αφοσιωμένος γιατρός στερεί από την καθημερινότητά του κάθε μικρή χαρά και απόλαυση κι έτσι αρχίζει επί δύο μήνες να του στέλνει σύντομες επιστολές-καταλόγους με όσα έχουν αποτελέσει για εκείνη “το αλάτι της ζωής”.

Για εκείνη… Αυτό δεν είναι ακριβές. Πράγματι, παρατίθενται στιγμές που λάμπουν μέσα στη ζωή της συγγραφέως. Πόσοι από εμάς θα πάμε για κοινωνικό έργο στην Αφρική, θα κατακτήσουμε έδρα κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Γαλλίας και θα ακούσουμε διαλέξεις του Λεβι Στρως; Πολλά από όσα αναφέρει στο έργο της δε γίνονται αντιληπτά από τον αναγνώστη, πόσο μάλλον από τον εκτός Γαλλίας αναγνώστη. Ας μη σταθούμε σ’αυτό όμως.

Το κείμενο αποτελεί κίνητρο και ευκαιρία για ενδοσκόπηση. Διαβάζοντάς το κανείς έχει αυτόματα την τάση να ψάξει τα στοιχεία με τα οποία ταυτίζεται ή να προσαρμόσει άλλα -τα οποία βιωματικά δεν κατέχει- στα δεδομένα της δικής του ζωής. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό καλών και κακών στιγμών που στήνουν ένα κείμενο προσωπικό, μα ταυτόχρονα κοινό, καθολικό.

Χρώματα, μυρωδιές, ήχοι, άνθρωποι, αρρώστια, θάνατος, αναμνήσεις, ερωτηματικά, απογοητεύσεις, μικροαπολαύσεις. Τα πάντα καταγράφονται αυθαίρετα, με τον ίδιο ενθουσιασμό, χωρίς καμιά ιεράρχηση ή αξιολόγηση, με τις αισθήσεις να είναι πάντα παρούσες και να διατηρούν πρωταρχικό ρόλο.

  • Να προσπαθείς να νιώσεις τη στιγμή πριν βυθιστείς στον ύπνο.
  • Η υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων σου.
  • Η ολονύχτια κουβέντα.
  • Η επιθυμία να είναι όλοι γύρω σου χαρούμενοι.
  • Να ξαναθυμάσαι την ντοπιολαλιά των παιδικών σου χρόνων ή παροιμίες και παραδόσεις.
  • Να κοπιάζεις για ένα τίποτα.
  • Να έχεις συναίσθηση του εφήμερου των πραγμάτων και της ανάγκης να τα χαίρεσαι.
  • Να καθαρίζεις φακές. (ναι, σας λέω. Γράφει συνειρμικά!)
  • Να τσιρίζεις μπαίνοντας μέσα σε ένα αυτοκίνητο που ζεματάει από τον ήλιο… (Είπαμε, πρόκειται για κείμενο-εργασία. Ψάχνεις τις δικές σου στιγμές. Δώστε μου,λοιπόν, λίγο χώρο να στείλω την αγάπη μου στο βόρειο Λονδίνο…)
  • Να μην είσαι για μια φορά ετοιμόλογος. 
  • Να θυμάσαι πότε πότε να παίρνεις μια βαθιά ανάσα.

Αν βρίσκεστε σε μια φάση της ζωής σας κατά την οποία κουτουλάτε διαρκώς σε αδιέξοδα, σας συστήνω πολύ εγκάρδια αυτό το βιβλίο. Δε σας υπόσχομαι κανένα βαθυστόχαστο νόημα, καμιά τρομερή λογοτεχνικότητα. Πολλά, επίσης, δε θα τα καταλάβετε. Είμαι σίγουρη,όμως, πως θα ακούσετε πολλές φορές την εσωτερική φωνή σας να σάς υπενθυμίζει πως ” Ναι, σωστά. Αυτό έχει μια αξία, που τελευταία παραμελώ./Το έχω ζήσει./ Χαχαχα”.

Είναι από τα βιβλία που δε τα λυπάσαι να σημειώσεις πάνω τους. Ίσως,μάλιστα, επιβάλλεται. Για να ξαναγυρνάτε συνεχώς κι εύκολα, τυχαία, στις σελίδες τους και να υπενθυμίζετε στον εαυτό σας πως ίσως και αυτή η στιγμή που ζείτε ακριβώς τώρα, αυτή η κατάσταση που σας βασανίζει αυτή την περίοδο, αυτό το συναίσθημα που σας αλλοτριώνει,  αυτή η ανάμνηση από το γενέθλιο τόπο σας αποτελούν αναπόσπαστες στιγμές στο παλίμψηστο της ζωής σας και τής δίνουν γεύση. Αλμυρή.

Και κάπως έτσι, ίσως ξεκινήσετε κι εσείς ασυναίσθητα τη δική σας καταλογογράφηση.

 

 

  • Να εκπλήσσεσαι και να συγκινείσαι με μαρτυρίες του παρελθόντος.
  • Να παίρνεις το λόγο σαν να μπαίνεις σε μάχη.
  • Να βρίσκεις επιτέλους τη σωστή λέξη.
  • Να μιλάς από μέσα σου.
  • Να γράφεις με το χέρι.
  • Να μην αλλάζεις συναισθήματα για τους αγαπημένους σου.
  • Να μην αποστρέφεις το βλέμμα από τη δυστυχία.
  • Να θεωρείς τη φιλία δέσμευση.
  • Να “λιγώνεσαι στα γέλια” ή να “χύνεις ποτάμι τα δάκρυα”, μόνη, καθώς θυμάσαι τα παλιά.
  • Να μιλάς μόνο όταν έχεις κάτι να πεις.

 

 

Μπορεί και η αισιοδοξία να είναι εθιστική. Η αποδοχή της πραγματικότητας και των συνθηκών της είναι σίγουρα, από την άλλη, δύσκολη υπόθεση. Έχουν, όμως, την αξία τους κι ας το αρνούμαστε. Αποτελούν το κατά τ’άλλα πολύτιμο “αλάτι της ζωής”. Δείτε αυτό το βιβλίο σαν προσωπική εργασία αυτοπαρατήρησης.

Μέχρι το επόμενο ραντεβού μας εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε ήρεμοι και χαμογελαστοί.

 

By Λέιλα Ανδριώτη 

Posted by InfinityGreeceBloggers in Λογοτεχνια, Τεχνες, 0 comments
Εκεί που κρύβεται η πραγματική μαγεία

Εκεί που κρύβεται η πραγματική μαγεία

Βιβλιοφάγος: < βιβλίο+ -φάγος (< τρώω) : αυτός που διαβάζει πολλά βιβλία σε μικρό χρονικό διάστημα.

Αν υπήρχαν φωτογραφίες στα λεξικά ορισμών η παραπάνω θα ήταν σίγουρα δίπλα στη λέξη „βιβλιοφάγος“. Από 3 χρονών χωμένη μονίμως σε ένα βιβλίο, σε έναν δικό μου ξεχωριστό κόσμο που δεν μπορείς με τίποτα να χορτάσεις!

Ταξιδεύεις για πρώτη και μοναδική φορά χωρίς κόπο και κόστος. Βγαίνεις από τη ζωή σου και μπαίνεις στη ζωή ενός άλλου, ταυτίζεσαι με τους ήρωες, νευριάζεις, συμπάσχεις μαζί τους, χαίρεσαι με την ευτυχία τους, θρηνείς μαζί τους για τα βάσανα και τις αδικίες που τους φέρνει καμία φορά και πάντα ξαφνικά η ζωή!

Ένα βιβλίο δε μπορεί να προσφέρει την οπτική επαφή και την άμεση επικοινωνία με τους ηθοποιούς και τις πράξεις τους, δε μπορεί να σου δείξει μπροστά στα μάτια σου την καθημερινότητά τους όπως το Θέατρο ή ο κινηματογράφος .Σου προσφέρει όμως μια δυνατότητα που δεν μπορεί με τίποτα στον κόσμο να συγκριθεί! Ένα καλό βιβλίο σε αγγίζει κατευθείαν στην ψυχή, σε ρουφάει από την πρώτη κιόλας σελίδα και σε περιλαμβάνει στην ιστορία του όχι σαν θεατής αλλά σαν έναν από τους ήρωες.

Μαζί ξεκινάτε τη ζωή σας, μαθαίνεις την ιστορία τους, την καθημερινότητά τους και το χαρακτήρα τους όπως σε μια καινούρια παρέα φίλων. Σιγά σιγά οι γραμμές του βιβλίου γίνονται σκηνές και οι χαρακτήρες παίρνουν ανθρώπινη μορφή..Ο νους ταξιδεύει σε άλλες εποχές νέους τόπους με νέους φίλους, που σε μαγεύουν και σε συνεπαίρνουν μαζί τους. Αρχίζεις να ερωτεύεσαι μαζί τους, να ζεις τους ενδόμυχους πόθους τους, νιώθεις κι εσύ τις πεταλούδες στο στομάχι για το πρώτο φιλί, για μια αγκαλιά, για τις κρυφές συναντήσεις των ηρώων. Και ξαφνικά οι δυσκολίες της ζωής χτυπάνε την πόρτα και ο κόσμος σκοτεινιάζει. Οι ήρωες αλλάζουν μαζί τους κι εσύ. Θυμώνεις με τις πράξεις τους, λυπάσαι και μισείς μαζί τους, απελπίζεσαι ,αγωνίας για το αν και ποτέ θα βρεθεί μια λύση. Και τελικά… Τελικά έρχεται η λύτρωση…Έτσι ήρεμα και αβίαστα μετά από πολύ πόνο. Οι ήρωες, αλλαγμένοι πλέον, ηρεμούν μαζί με αυτούς κι εσύ.

 

Το βιβλίο τελειώνει και εσύ μένεις σαν χαμένος να κοιτάς, να νιώθεις ένα μικρό κενό στην ψυχή σου λες και μόλις έχασες κάποια αγαπημένα σου πρόσωπά. Ή επιρροή τους όμως είναι ακόμη εδώ..Μαθαίνεις από τα λάθη τους, η ζωή και ο αγώνας του για επιβίωση σε εμπνέει, παίρνεις αποφάσεις, αλλάζεις σταδιακά αλλά ριζικά την ίδια σου τη ζωή, ακόμη κι αν εκείνη την ώρα δεν το καταλαβαίνεις. Ο μαγικός κόσμος των βιβλίων δε σταματάει ποτέ και πουθενά. Είτε χαλαρώνεις διαβάζοντας με μια ζέστη κούπα καφέ, είτε διαβάζεις στο τρένο για να περάσει η ώρα μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου είτε για να ξεχαστείς από μια δύσκολη μέρα. Το κάθε βιβλίο σε βοηθά να εξελίσσεσαι κάθε φορά για άλλο θέμα και σε διαφορετικό βαθμό. Ο τρόπος σκέψης σου αλλάζει, ο χαρακτήρας σου διαμορφώνεται, η ψυχή σου γίνεται πιο πλούσια.Κι όσο όλα αλλάζουν , αλλάζεις κι εσύ.

 

By Σταυριάννα Δεδικούση

Posted by InfinityGreeceBloggers in Λογοτεχνια, 0 comments
Σινεμά ο Παράδεισος | Cinema Paradiso

Σινεμά ο Παράδεισος | Cinema Paradiso

Γεια σου. Είμαι η Φρόσω-Φρύνη-Ευφροσύνη, εσύ διαλέγεις. Θα με βλέπεις να γράφω κάθε εβδομάδα εδώ για μια ταινία και ελπίζω να με διαβάζεις. Τώρα θα μου πεις τι ταινία; Από αυτές που κάνουν πρεμιέρα κάθε Πέμπτη στους κινηματογράφους; Από τις άλλες τις κουλτουριάρικες που προβάλλουν οι κινηματογραφικές ομάδες; Από αυτές που δείχνει κάθε Κυριακή μεσημέρι στο Mega; Όχι, όχι και όχι. Ίσως και ναι, ναι, ναι.

Σε τούτο εδώ το κομμάτι του site, το δικό μου κομμάτι, θα διαβάζεις για ταινίες που μου άρεσαν πολύ. Πάρα πολύ. Μπορεί να τις είδα στα Ηλύσια (τοπικός κινηματογράφος στην Αλεξανδρούπολη- δεν έχουμε village εδώ στην εξορία), μπορεί και να τις είδα στην ΚΛΕΦΑ (Κινηματογραφική Λέσχη Φοιτητών Αλεξανδρούπολης https://www.facebook.com/groups/1680312825564269/ θα σου μιλήσω για την λέσχη της καρδιάς μου σε ένα άλλο άρθρο). Tο θέμα αγαπημένη και αγαπημένε μου είναι ότι μου άρεσαν πολύ και θα ήθελα να αρέσουν και σε σένα.

Προσπαθούσα, λοιπόν, εδώ και μέρες να σκεφτώ ποια ταινία θα σου προτείνω στο πρώτο μου άρθρο και η απόφαση κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Λάτρης των ταινιών όπως κατάλαβες. Με λίγη βοήθεια όμως κατέληξα σε μια από τις αγαπημένες μου και wannabe αγαπημένη σου.

 

Σινεμά ο Παράδεισος ( Cinema Paradiso), Giuseppe Tornatore

Θα σου πω πρώτα μερικά στοιχεία για την ταινία, να ξέρεις βρε παιδί μου πώς να την προτείνεις σε φίλους, σε παρέα και γιατί όχι στο «πρόσωπο». Η ταινία γυρίστηκε το 1988 σε ένα χωριό της Σικελίας και ο σκηνοθέτης βασίστηκε στις παιδικές του αναμνήσεις για την ταινία καθώς μεγάλωσε στο συγκεκριμένο χωριό.  Από την αρχή της ταινίας βλέπουμε ένα αγόρι να ανακαλύπτει τη μαγεία του σινεμά και να γίνεται φίλος με το μηχανικό προβολής, τον οποίο θαυμάζει και βοηθά στη δουλειά του. Παράλληλα, βλέπουμε πως ο κινηματογράφος επηρεάζει τους κατοίκους του χωριού αλλά και την αγάπη που έχουν για τις ταινίες. Δεν θα μαρτυρήσω άλλα στοιχεία για την πλοκή γιατί δεν θέλω να σου κάνω spoil, θα σου πω 5 λόγους που εγώ κατέληξα να κλαίω μόλις είδα τους τίτλους τέλους.

 

  1. Δεν υπάρχουν ειδικά εφέ, δεν υπάρχουν σουπερ στάρ του Hollywood και οτιδήποτε άλλο μπορεί να κάνει μια ταινία εντυπωσιακή. Υπάρχουν όμως αισθήματα, συναισθήματα και κυρίως νοσταλγία.
  2. Αθωότητα, ειλικρίνεια, τρυφερότητα, αγάπη, γέλιο, χαρά, ρομαντισμός, αυτοθυσία, πίκρα, θλίψη, νοσταλγία. Όλα αυτά ένιωσα εγώ όταν είδα το Σινεμά ο Παράδεισος, με αυτή ακριβώς τη σειρά.
  3. Σινεμά= Παράδεισος; Οι ήρωες της ταινίας ζουν κυριολεκτικά μέσα στον κινηματογράφο, εκεί καπνίζουν, πίνουν, ερωτεύονται, θηλάζουν(!), φωνάζουν. Είναι, όμως, ο κινηματογράφος ο παράδεισος τους;
  4. Στο τέλος δεν κλαις για το θάνατο( tiny tiny spoiler) ούτε για τις χαμένες αγάπες. Κλαις για το κτίριο που βλέπεις να πέφτει, γιατί για τους πρωταγωνιστές της ταινίας δεν ήταν ένα απλό κτίριο- για μένα ήταν ένας κρυφός πρωταγωνιστής- ήταν κομμάτι της ζωής τους.
  5. Δεν έχω δει καμία άλλη ταινία που να εξυμνεί τόσα έξυπνα, μελαγχολικά και νοσταλγικά την έβδομη τέχνη, την τέχνη του κινηματογράφου. Μόλις τελείωσε η ταινία και σταμάτησα να κλαίω σκέφτηκα αρκετά πράγματα. Επειδή όμως θα μπορούσα να γράφω πολλές ώρες για τις σκέψεις μου θα σου αναφέρω τις πιο σημαντικές. Αρχικά αποφάσισα ότι θα σταματήσω να κατεβάζω ταινίες, γιατί καμία αίσθηση δεν συγκρίνεται με αυτή της αναμονής έξω από την αίθουσα του κινηματογράφου με το ποπ κορν να μυρίζει υ-πέ-ρο-χα και στη συνέχεια με το ραντεβού με την πολλά υποσχόμενη μεγάλη οθόνη. Η δεύτερη σκέψη μου ήταν λίγο πιο υπερβολική, πιο εντυπωσιακή. Σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να φτιάξω εγώ μια ταινία με όλα αυτά τα μικρά και μεγάλα πράγματα που μου δίνουν την παραμικρή έμπνευση μέσα στη μέρα μου. Γιατί αυτό είναι τελικά ο κινηματογράφος, έμπνευση. Δεν χρειάζεται πασίγνωστους ηθοποιούς, ακριβά σκηνικά, ειδικά εφέ και φανφάρες. Χρειάζεται φαντασία, ρομαντισμό και αγάπη. Πολλή αγάπη.

 

 

(Εδώ βλέπεις την αγαπημένη μου σκηνή από την ταινία. Όταν δεις την ταινία θα καταλάβεις σίγουρα το γιατί.)

 

By Φρόσω Χαλκίδου. 

Posted by InfinityGreeceBloggers, 0 comments
T. S. Eliot, «Ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν»

T. S. Eliot, «Ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν»

Το InfinityGreece θα μυρίσει λίγο βιβλίο φέτος κι εύχομαι αυτό να αποτελέσει ένα κέρδος για όλους μας.

Δε χρειάστηκε ιδιαίτερη σκέψη για την πρώτη δημοσίευση. Θα προσπαθήσω, με τις πενιχρές μου γνώσεις, να σας παρουσιάσω κάτι ελάχιστο από τον αγαπημένο μου ποιητή, αγαπημένος ακριβώς γιατί όταν τον πρωτογνώρισα δεν μπορούσα να συλλάβω τίποτα απ’όσα είχε να μου πει ή απ’όσα υπαινισσόταν, ενώ τώρα που σας γράφω έχω βάλει κάτι απ’όλα αυτά στη ζωή μου.

Τ.S. Eliot, λοιπόν, και Τέσσερα κουαρτέτα.

Είναι ομολογουμένως ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του υψηλού μοντερνισμού, διαμορφώνοντας οριστικά το μοντερνιστικό πρόταγμα και ανανεώνοντας ριζικά το ποιητικό ιδίωμα. Πολλές φορές η ποίηση και η ποιητική του, ακριβώς γιατί κατείχε αυτόν τον ρόλο στο ρεύμα του Μοντερνισμού, θεωρήθηκε σκοτεινή και κρυπτική. Όπως σας ανέφερα, πράγματι, στην πρώτη επαφή με τον Eliot, δε θα απλωθούν εύκολα όλα τα νοήματά του μπροστά μας. Σύντομα,όμως, επιβεβαιώνει και ο  ο Γ. Σεφέρης, γίνεται αντιληπτό ότι η ποίηση του Eliot, τελικά, διακρίνεται από «μια εξαιρετική καθαρότητα στις λεπτομέρειες. Δεν έχει τίποτε το φευγαλέο στις εικόνες του, καμιά θολούρα γύρω από τα αισθήματα που διατυπώνει, τα μέσα της έκφρασής του είναι πάντα άμεσα και τα αντικείμενα της σκηνοθεσίας του με σκληρά περιγράμματα.».

Ο ίδιος θεωρούσε ότι τα Τέσσερα Κουαρτέτα ήταν το αριστούργημά του, που τού χάρισε το Νόμπελ ποίησης, το 1948. Πράγματι, στις τέσσερις αυτές ποιητικές συνθέσεις (“Burnt Norton”, “East Coker”, “The Dry Salvages”, “Little Gidding”) που αποτελούν και το τελευταίο του ποιητικό έργο, αφού στη συνέχεια στράφηκε στο θέατρο και συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του στο δοκίμιο, βρίσκουμε τα βασικότερα ζητήματα που θέτει η γραφή του: ο χρόνος, η πάλη με τις λέξεις και τη σιωπή, ο κοινωνικός προβληματισμός και η υπαρξιακή αγωνία.

Κρατώντας στα χέρια μου τη δίγλωσση έκδοση –  σε μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού- από τον οίκο Πατάκη, μια έκδοση που συνοδεύεται με τη συγκλονιστική ηχογράφηση του ίδιου του ποιητή να απαγγέλλει το έργο του σε CD, σας παραθέτω:

Έτσι ξεκινά η πρώτη ποιητική σύνθεση.

Η έννοια του χρόνου στον Eliot δεν χαρακτηρίζεται από καμιά στασιμότητα ή ακινησία. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν, ορίζουν και συνοδεύουν την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνικής συγκυρίας. Ο ποιητής πάντα υποστήριζε τη διαλεκτική παρελθόντος και παρόντος,  πράγμα που ορίζεται-γενικά για το ρεύμα του Μοντερνισμού- ως ιστορική αίσθηση, όχι μόνο, δηλαδή,  αίσθηση της παρελθοντικότητας του παρελθόντος αλλά και της παροντικότητάς του. Το παρελθόν ζει μέσα μας, το φέρουμε. Ο καθένας από εμάς αποτελεί αναπόσπαστο κρίκο μιας αλυσίδας που ξεκινά από το παρελθόν και αδιάσπαστη θα υπάρχει και στο μέλλον. (Ζητώ συγγνώμη αν αυτό προκαλεί σε κάποιους την ίδια δυσφορία που προκαλεί και σ’εμένα.)

Με αφορμή αυτή τη θραυσματικότητα αλλά και την ταυτόχρονα απόλυτη συνέχεια του χρόνου στην ποίηση του T.S., συνεχίστε, παρακαλώ, να διαβάζετε αυτό το άρθρο ακούγοντας αυτό…

Βαθύτατα στοχαστικός και υπαρξιακός, ο ποιητής στρέφει τη ματιά του στη δυναμική της μνήμης και της φαντασίας, που ορίζουν “έναν κόσμο από εικασίες”. Ο ιδιωτικός χαρακτήρας του έργου του δεν είναι απόλυτος. Τα όρια του ιδιωτικού σπάζουν και γίνονται μέρος ενός καθολικού προβληματισμού που αφορά τις αλλοτριωμένες, μυστικές, ρευστές πτυχές της ζωής του ατόμου που αναζητά κάπου μέσα στις ταραγμένες και αβέβαιες κοινωνικές συνθήκες (ας μην ξεχνάμε ότι οι τέσσερις ποιητικές συνθέσεις γράφτηκαν στα κρίσιμα χρόνια 1935-1942) τη λύτρωση. Ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει “χωρίς ελπίδα” και “χωρίς αγάπη”.

(Από το East Coker)

 

Η λύτρωση.

Πού θα βρεθεί εκείνη;

Ο Έλιοτ απαντά. Στην ποίηση. Αυτή είναι για τον ίδιο το καταφύγιό του, η κάθαρσή του. Χωρίς αυτός να τού προσφέρει απαντήσεις, ο ατέρμονος αγώνας με τις λέξεις δεν είναι άσκοπος για τον T.S., ο οποίος στις τελευταίες του, όπως είπαμε, ποιητικές συνθέσεις αποφασίζει να μιλήσει εκτενέστερα για την πάλη, τη δυσκολία του ποιητή (και μη) να βρει και να δαμάσει τις λέξεις και να αποτυπώσει με εκείνες ό,τι ασταθές και αμφίσημο τον βασανίζει,  σε μια -συχνά απεγνωσμένη- προσπάθεια να συλλάβει την πραγματικότητα. Καλύτερα να σας το πει εκείνος με τους στίχους του, σ’ένα από τα καλύτερα αποσπάσματα όλου του έργου, κι ας είχα πει στον εαυτό μου να αποφύγει αξιολογήσεις…

“Νά ΄μαι, λοιπόν, στα μισά του δρόμου, έχοντας είκοσι χρόνια-/είκοσι χρόνια τα πιο πολλά σπαταλημένα, 

προσπαθώντας να μάθω να χρησιμοποιώ τις λέξεις, 

κι η κάθε απόπειρα /είναι μια εντελώς νέα αρχή, /κι ένα διαφορετικό είδος αποτυχίας

γιατί έχει μάθει κανείς να κυριεύει τις λέξεις / για να πει αυτό που δεν έχει πλέον λόγο να πει, ή με τον τρόπο / που δεν είναι πλέον διατεθειμένος να το πει.

Κι έτσι κάθε εγχείρημα / είναι μια νέα αρχή, μια επιδρομή στο άναρθρο / με φθαρμένο εξοπλισμό που διαρκώς ξεφτίζει / στον γενικό κυκεώνα της ανακρίβειας του συναισθήματος, / των ασύντακτων στρατιών των συγκινήσεων.

Και ό,τι είναι να κατακτήσεις / με δύναμη και υποταγή, έχει κιόλας ανακαλυφθεί /  μια ή δύο, ή αρκετές φορές, από ανθρώπους / που δεν μπορείς να ελπίζεις / να συναγωνιστείς -αλλά δεν υπάρχει ανταγωνισμός- / υπάρχει μόνο η μάχη να κατακτήσεις ό,τι έχει χαθεί / και βρέθηκε και χάθηκε πάλι και πάλι: και τώρα υπό συνθήκες δυσμενείς. 

Όμως ίσως ούτε κέρδος ούτε ζημιά. 

Για μας, υπάρχει μόνο η προσπάθεια. 

Τ’άλλα δεν μας αφορούν.

 

Κάπως έτσι, με την ελπίδα πως έχω αποτυπώσει έστω και κάτι πολύ μικρό από τον σύνθετο -μα όχι μυστικό- κόσμο του T.S.Eliot, έναν κόσμο που παραμένει επίκαιρος, θέτοντας ζητήματα διαχρονικά και καθολικά, θα σας αφήσω.

Μέχρι το επόμενό μας ραντεβού εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε ήρεμοι και χαμογελαστοί.

Λ.

 

Posted by InfinityGreeceBloggers in Λογοτεχνια, Τεχνες, 0 comments
Συνέντευξη Με Τους Paranoid Reverb

Συνέντευξη Με Τους Paranoid Reverb

Και κάπου εδώ οι συνεντεύξεις μας για τον Rocknall ολοκληρώνονται, με τους Πέτρο, Ξενοφών, Χρήστο, Τίμο και Κώστα ή αλλιώς Paranoid Reverb να αποτελούν το τελευταίο γκρουπ που συναντήσαμε. Με τους ίδιους να προσδιορίζουν τη μουσική τους γενικά ως heavy rock, το βράδυ του Σαββάτου θα μας παρουσιάσουν κάποιες διασκευές καθώς και δύο προσωπικά τραγούδια τους.

Αρχικά, πως γνωριστήκατε;

Πέτρος: Ήμουν στην ίδια σχολή με τον κιθαρίστα μας, τον Κώστα και μέσω αυτού ήρθε και ο Χρήστος. Είδαμε ότι ταιριάζουμε μουσικά και αποφασίσαμε να το δούμε λίγο πιο σοβαρά. Μετά, μέσω του Κώστα γνωρίσαμε και τον Τίμο και στη συνέχεια, παρόλο που είχαμε αρκετά προβλήματα σχετικά με τη σύνθεση της μπάντας ήρθε και ο Ξενοφών και κάπως έτσι ξεκίνησε το γκρουπ μας.

Από πού προήλθε το όνομα της μπάντας σας;

Χρήστος: Το να βρούμε το όνομα του γκρουπ μας ήταν μια δύσκολη διαδικασία. Η ιδέα μου ήρθε ξαφνικά μια μέρα, καθώς περπατούσα στον δρόμο και σκεφτόμουν διάφορα χαρακτηριστικά που έχει ο καθένας από μας. Reverb σημαίνει αντήχηση και το συνέδεσα με το Paranoid επειδή όταν παίζουμε μουσική, μας βγαίνει ένας άλλος εαυτός. Με άλλα λόγια είναι σαν να εκφράζεται ο καθένας στη δικιά του συχνότητα αλλά στο τέλος να δημιουργούμε κάτι συνολικό. Επιπλέον η όλη ιδέα άρεσε πολύ στα παιδιά από την πρώτη στιγμή.

Ποιες είναι οι επιρροές σας;

Τίμος: Για μένα σίγουρα οι Red Hot Chili Peppers.Έχω εισπράξει πολλά μουσικά ερεθίσματα από τον μπασίστα και τον κιθαρίστα τους.

Ξενοφών: Εμένα με έχουν εμπνεύσει όλα τα είδη της μουσικής. Ανάλογα με τη διάθεσή μου ακούω και την αντίστοιχη μουσική και πάντα παίρνω κάτι και το ενσωματώνω στη μουσική μου.

Κώστας: Beatles, ACDC, Led Zeppelin και γενικότερα το 70’s rock.

Πέτρος: Θα συμφωνήσω και εγώ με το 70’s rock και θα προσθέσω και τους Guns n Roses και τους Kyuss. Από την άλλη θαυμάζω πολύ και ελληνικές μπάντες όπως 1000mods, Planet of Zeus και Nightstalker. Είναι μπάντες που μας έδειξαν ότι κάτι γίνεται στην Ελλάδα και μας έκαναν να θέλουμε να μπούμε στην ίδια διαδικασία.

Χρήστος: Μου αρέσουν όλα τα είδη και προσπαθώ να μπαίνω στην ‘ψυχολογία’ της κάθε μουσικής. Τώρα αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιους θα έλεγα Depeche Mode, Disturbed, Muse, Audioslave και γενικότερα το 90’s rock.

Πώς θα περιγράφατε τη μπάντα σας με τρεις λέξεις;

Περίεργο, μυστήριο, αλλόκοτο.

Υπάρχει νευρικότητα πριν τις live εμφανίσεις σας και αν ναι, πως την αντιμετωπίζετε;

Τίμος: Ποτέ, κάνουμε πρόβες και έτσι είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα.

Πέτρος: Υπάρχει το άγχος του ενθουσιασμού, αλλά με το πρώτο τραγούδι μου φεύγει.

Χρήστος: Εγώ έχω λίγο άγχος την προηγούμενη μέρα, κυρίως όσον αφορά τη φωνή μου αλλά όταν βλέπω τα παιδιά όλα πηγαίνουν καλά.

Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στη μπάντα σας, τι θα ήταν αυτό;

Θα θέλαμε να είχε ο καθένας περισσότερο χρόνο, ώστε να μπορούμε να ασχολούμαστε περισσότερο με τη μουσική μας.

Αν ερχόταν ένα δισκογραφικό συμβόλαιο, θα αλλάζατε το στυλ σας για περισσότερα χρήματα και αναγνωρισιμότητα;

Ποτέ, ακόμη και αν μας έδιναν εκατομμύρια. Θέλουμε να εξωτερικεύουμε αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Αν συνέβαινε αυτό, δε θα υπήρχαν οι Paranoid, η μπάντα μας θα διαλύονταν.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο όνειρό σας;

Θέλουμε απλά το κάθε κομμάτι να βγαίνει από την καρδιά μας. Με αυτό που κάνουμε, στοχεύουμε στο να δημιουργήσουμε τη δικιά μας ατμόσφαιρα, να μεταδώσουμε την ενέργειά μας και να εμπνεύσουμε τον κόσμο. Επιπλέον, θα θέλαμε να γυρίσουμε την Ευρώπη με το βαν και να παρουσιάζουμε τη δουλειά μας.

Τέλος, πως μπορούν οι φανς να έρθουν σε επαφή μαζί σας;

Μέσω της σελίδας μας στο facebook, Paranoid Reverb.


By Ειρήνη Χρυσοβαλάντου

Posted by Blog in Blog, Εκδηλωσεις, Μουσικη, Συνεντευξεις, 0 comments