T. S. Eliot, «Ένα τέλος, που είναι πάντοτε παρόν»

Το InfinityGreece θα μυρίσει λίγο βιβλίο φέτος κι εύχομαι αυτό να αποτελέσει ένα κέρδος για όλους μας.

Δε χρειάστηκε ιδιαίτερη σκέψη για την πρώτη δημοσίευση. Θα προσπαθήσω, με τις πενιχρές μου γνώσεις, να σας παρουσιάσω κάτι ελάχιστο από τον αγαπημένο μου ποιητή, αγαπημένος ακριβώς γιατί όταν τον πρωτογνώρισα δεν μπορούσα να συλλάβω τίποτα απ’όσα είχε να μου πει ή απ’όσα υπαινισσόταν, ενώ τώρα που σας γράφω έχω βάλει κάτι απ’όλα αυτά στη ζωή μου.

Τ.S. Eliot, λοιπόν, και Τέσσερα κουαρτέτα.

Είναι ομολογουμένως ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές του υψηλού μοντερνισμού, διαμορφώνοντας οριστικά το μοντερνιστικό πρόταγμα και ανανεώνοντας ριζικά το ποιητικό ιδίωμα. Πολλές φορές η ποίηση και η ποιητική του, ακριβώς γιατί κατείχε αυτόν τον ρόλο στο ρεύμα του Μοντερνισμού, θεωρήθηκε σκοτεινή και κρυπτική. Όπως σας ανέφερα, πράγματι, στην πρώτη επαφή με τον Eliot, δε θα απλωθούν εύκολα όλα τα νοήματά του μπροστά μας. Σύντομα,όμως, επιβεβαιώνει και ο  ο Γ. Σεφέρης, γίνεται αντιληπτό ότι η ποίηση του Eliot, τελικά, διακρίνεται από «μια εξαιρετική καθαρότητα στις λεπτομέρειες. Δεν έχει τίποτε το φευγαλέο στις εικόνες του, καμιά θολούρα γύρω από τα αισθήματα που διατυπώνει, τα μέσα της έκφρασής του είναι πάντα άμεσα και τα αντικείμενα της σκηνοθεσίας του με σκληρά περιγράμματα.».

Ο ίδιος θεωρούσε ότι τα Τέσσερα Κουαρτέτα ήταν το αριστούργημά του, που τού χάρισε το Νόμπελ ποίησης, το 1948. Πράγματι, στις τέσσερις αυτές ποιητικές συνθέσεις (“Burnt Norton”, “East Coker”, “The Dry Salvages”, “Little Gidding”) που αποτελούν και το τελευταίο του ποιητικό έργο, αφού στη συνέχεια στράφηκε στο θέατρο και συνέχισε την επιτυχημένη πορεία του στο δοκίμιο, βρίσκουμε τα βασικότερα ζητήματα που θέτει η γραφή του: ο χρόνος, η πάλη με τις λέξεις και τη σιωπή, ο κοινωνικός προβληματισμός και η υπαρξιακή αγωνία.

Κρατώντας στα χέρια μου τη δίγλωσση έκδοση –  σε μετάφραση του Χάρη Βλαβιανού- από τον οίκο Πατάκη, μια έκδοση που συνοδεύεται με τη συγκλονιστική ηχογράφηση του ίδιου του ποιητή να απαγγέλλει το έργο του σε CD, σας παραθέτω:

Έτσι ξεκινά η πρώτη ποιητική σύνθεση.

Η έννοια του χρόνου στον Eliot δεν χαρακτηρίζεται από καμιά στασιμότητα ή ακινησία. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν, ορίζουν και συνοδεύουν την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνικής συγκυρίας. Ο ποιητής πάντα υποστήριζε τη διαλεκτική παρελθόντος και παρόντος,  πράγμα που ορίζεται-γενικά για το ρεύμα του Μοντερνισμού- ως ιστορική αίσθηση, όχι μόνο, δηλαδή,  αίσθηση της παρελθοντικότητας του παρελθόντος αλλά και της παροντικότητάς του. Το παρελθόν ζει μέσα μας, το φέρουμε. Ο καθένας από εμάς αποτελεί αναπόσπαστο κρίκο μιας αλυσίδας που ξεκινά από το παρελθόν και αδιάσπαστη θα υπάρχει και στο μέλλον. (Ζητώ συγγνώμη αν αυτό προκαλεί σε κάποιους την ίδια δυσφορία που προκαλεί και σ’εμένα.)

Με αφορμή αυτή τη θραυσματικότητα αλλά και την ταυτόχρονα απόλυτη συνέχεια του χρόνου στην ποίηση του T.S., συνεχίστε, παρακαλώ, να διαβάζετε αυτό το άρθρο ακούγοντας αυτό…

Βαθύτατα στοχαστικός και υπαρξιακός, ο ποιητής στρέφει τη ματιά του στη δυναμική της μνήμης και της φαντασίας, που ορίζουν “έναν κόσμο από εικασίες”. Ο ιδιωτικός χαρακτήρας του έργου του δεν είναι απόλυτος. Τα όρια του ιδιωτικού σπάζουν και γίνονται μέρος ενός καθολικού προβληματισμού που αφορά τις αλλοτριωμένες, μυστικές, ρευστές πτυχές της ζωής του ατόμου που αναζητά κάπου μέσα στις ταραγμένες και αβέβαιες κοινωνικές συνθήκες (ας μην ξεχνάμε ότι οι τέσσερις ποιητικές συνθέσεις γράφτηκαν στα κρίσιμα χρόνια 1935-1942) τη λύτρωση. Ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει “χωρίς ελπίδα” και “χωρίς αγάπη”.

(Από το East Coker)

 

Η λύτρωση.

Πού θα βρεθεί εκείνη;

Ο Έλιοτ απαντά. Στην ποίηση. Αυτή είναι για τον ίδιο το καταφύγιό του, η κάθαρσή του. Χωρίς αυτός να τού προσφέρει απαντήσεις, ο ατέρμονος αγώνας με τις λέξεις δεν είναι άσκοπος για τον T.S., ο οποίος στις τελευταίες του, όπως είπαμε, ποιητικές συνθέσεις αποφασίζει να μιλήσει εκτενέστερα για την πάλη, τη δυσκολία του ποιητή (και μη) να βρει και να δαμάσει τις λέξεις και να αποτυπώσει με εκείνες ό,τι ασταθές και αμφίσημο τον βασανίζει,  σε μια -συχνά απεγνωσμένη- προσπάθεια να συλλάβει την πραγματικότητα. Καλύτερα να σας το πει εκείνος με τους στίχους του, σ’ένα από τα καλύτερα αποσπάσματα όλου του έργου, κι ας είχα πει στον εαυτό μου να αποφύγει αξιολογήσεις…

“Νά ΄μαι, λοιπόν, στα μισά του δρόμου, έχοντας είκοσι χρόνια-/είκοσι χρόνια τα πιο πολλά σπαταλημένα, 

προσπαθώντας να μάθω να χρησιμοποιώ τις λέξεις, 

κι η κάθε απόπειρα /είναι μια εντελώς νέα αρχή, /κι ένα διαφορετικό είδος αποτυχίας

γιατί έχει μάθει κανείς να κυριεύει τις λέξεις / για να πει αυτό που δεν έχει πλέον λόγο να πει, ή με τον τρόπο / που δεν είναι πλέον διατεθειμένος να το πει.

Κι έτσι κάθε εγχείρημα / είναι μια νέα αρχή, μια επιδρομή στο άναρθρο / με φθαρμένο εξοπλισμό που διαρκώς ξεφτίζει / στον γενικό κυκεώνα της ανακρίβειας του συναισθήματος, / των ασύντακτων στρατιών των συγκινήσεων.

Και ό,τι είναι να κατακτήσεις / με δύναμη και υποταγή, έχει κιόλας ανακαλυφθεί /  μια ή δύο, ή αρκετές φορές, από ανθρώπους / που δεν μπορείς να ελπίζεις / να συναγωνιστείς -αλλά δεν υπάρχει ανταγωνισμός- / υπάρχει μόνο η μάχη να κατακτήσεις ό,τι έχει χαθεί / και βρέθηκε και χάθηκε πάλι και πάλι: και τώρα υπό συνθήκες δυσμενείς. 

Όμως ίσως ούτε κέρδος ούτε ζημιά. 

Για μας, υπάρχει μόνο η προσπάθεια. 

Τ’άλλα δεν μας αφορούν.

 

Κάπως έτσι, με την ελπίδα πως έχω αποτυπώσει έστω και κάτι πολύ μικρό από τον σύνθετο -μα όχι μυστικό- κόσμο του T.S.Eliot, έναν κόσμο που παραμένει επίκαιρος, θέτοντας ζητήματα διαχρονικά και καθολικά, θα σας αφήσω.

Μέχρι το επόμενό μας ραντεβού εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε ήρεμοι και χαμογελαστοί.

Λ.

 

Posted by InfinityGreeceBloggers