Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2018

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης 2018

Έχουμε γιορτή σήμερα!

Από τον Οκτώβριο του 1999 η 21η Μαρτίου έχει θεσπιστεί, μετά από ελληνική πρωτοβουλία παρακαλώ, ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Η μέρα δεν προτάθηκε τυχαία από την ποιήτρια Λύντια Στεφάνου, καθώς η 21η Μαρτίου είναι η μέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως και το σκοτάδι, όπως ακριβώς και η ποίηση αλλά και κάθε μορφή τέχνης.

Όπως καταλαβαίνετε, σήμερα δε μπορούσε να λείπει κάτι σχετικό από το blog μας. Χωρίς να μπορώ να επιλέξω κάποιον συγκεκριμένο ποιητή ή ποιήτρια και νιώθοντας κάποια αμηχανία να μιλήσω μόνη μου για την ποίηση ως τέχνη, για λόγους που ίσως καταλάβετε παρακάτω, σκέφτηκα αμέσως να απευθυνθώ σε έναν άνθρωπο που από την πρώτη μέρα που τον γνώρισα, 5 χρόνια πριν, το ενδιαφέρον του για την ποίηση ήταν γνωστό.

Η Νικολέτα Βλάχου είναι φιλόλογος, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στη Νεοελληνική Φιλολογία, με ιδιαίτερη και συγκινητική αγάπη για την ποίηση. Δέχτηκε με χαρά την πρότασή μου να βρεθούμε και να συζητήσουμε γι’ αυτή τη μορφή τέχνης που και οι δύο αγαπάμε, ασχέτως των σπουδών μας, και να μοιραστεί και μαζί σας τις σκέψεις της, τη δική της εμπειρία και σχέση με την ποιητική τέχνη αλλά και κάποια δείγματα δικής της γραφής που θα διαβάσετε σε αυτό το post και την ευχαριστώ διπλά γι’ αυτό.

Το αποτέλεσμα

Παίζω κορόνα-γράμματα
με το τετράδραχμο
του Οροφέρνη.Αδιαφορώ για το αποτέλεσμα —
ό,τι και να δείξει,
θα έχω χάσει κάτι
μέσα από τα χέρια μου.

Σας παραθέτω, λοιπόν, τις βασικές γραμμές της συζήτησής μας, αυτές που αξίζει και μπορούν να δημοσιευτούν.

Έχω τη χαρά να έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο που πολύ συνειδητά κι από μικρή ηλικία αντιλήφθηκε τη δύναμη που μπορεί να ασκήσει η ποίηση στον ψυχισμό μας. Πριν μοιραστείς με τους αναγνώστες μας τη δική σου εμπειρία,θα ήθελα πολύ να μάθουμε για το ποια πιστεύεις εσύ πως είναι η αξία και η προσφορά της ποίησης τόσο σε κάθε άνθρωπο αλλά και στην ίδια τη Νικολέτα.

Ίσως η αξία και η προσφορά της ποίησης, όπως και κάθε μορφή τέχνης και γνήσιας έκφρασης, είναι ακριβώς ότι δεν έχουν συγκεκριμένη ή εξαργυρώσιμη «αξία». Πιστεύω ότι για τον κάθε άνθρωπο η τέχνη που προτιμάει έχει να του προσφέρει πράγματα ξεχωριστά, που μπορεί να διαφέρουν από αυτά που προσφέρει σε κάποιον άλλον. Το ίδιο ισχύει και για την ποίηση.  Αυτός που τη θεωρεί σημαντική –γιατί δεν σημαίνει ότι πρέπει να τη θεωρούν όλοι- ξέρει γιατί. Για μένα είναι σημαντική, γιατί κινητοποιεί έναν άλλο τρόπο σκέψης του μυαλού. Είναι η πιο «συμπυκνωμένη» μορφή λόγου.  Μία μόνο λέξη μπορεί να ανοίγει μπροστά σου άπειρους «κόσμους». Είναι συγκινητικό που κάθε λέξη έχει τόση σημασία και αυτός είναι άλλος ένας λόγος που αγαπώ την ποίηση.  Με κάνει  να σκέφτομαι ανάλογα και σε άλλες περιστάσεις. Να αναπτύσσω αντιστάσεις στην επιφανειακότητα της καθημερινότητας.

Θα συμφωνήσεις με τον Καρυωτάκη; Είναι το “καταφύγιο που φθονούμε”;

Δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Πιστεύω πως κάποιες φορές λειτουργεί και αντίθετα. Δεν ξέρω αν σε κατευνάζει, με αυτή την έννοια του καταφύγιου, όπου θα ηρεμήσεις και θα τα ξεχάσεις όλα. Δε λειτουργεί με την έννοια της κάθαρσης. Μιλώντας για τον εαυτό μου τουλάχιστον, αυτό που ψάχνω στην ποίηση είναι η αλήθεια και αυτή δεν ανακουφίζει. Όταν ένα έργο τέχνης είναι τόσο γνήσιο θα στο θυμίζει εκείνο που σε ταλαιπωρεί. Βέβαια, για να μην είμαστε τόσο απόλυτοι, η αλήθεια δε θυμίζει μόνο τα αρνητικά, αλλά σε οδηγεί σίγουρα και προς κάτι καλύτερο. Αυτόν τον καιρό διαβάζω Παπαδίτσα και διάβασα πρόσφατα σε ένα πεζό του κείμενο, που αναφέρεται στην ποίηση, πως τα ποιήματα, όπως και τα νησιά, είναι ο τρόπος ο βυθός να ενωθεί και να φτάσει στον ουρανό. Σα μικρές μικρές νησίδες που από τα βάθη και τη σκοτεινότητα του καθενός φτάνει στο φως και τον ουρανό. Με αυτόν τον τρόπο νομίζω ότι ο ορισμός του Καρυωτάκη ως καταφύγιο βρήκε για εμένα αντικατάσταση.

Έχεις δίκιο. Λύτρωση δύσκολα μπορεί να προσφέρει από μόνη της και ίσως γι’ αυτό τη “φθονούμε”, όμως, δεν είναι μια συμπαράσταση, μια ξαφνική υπενθύμιση ότι δεν είσαι ο μόνος που δοκιμάζεται στο εκάστοτε ζήτημα-συναίσθημα; 

Είναι ένα αντίδοτο στη μοναξιά που υπάρχει στην ωμή πραγματικότητα, όταν οι άνθρωποι δεν έχουν καμία διάθεση να επικοινωνίας. Με αυτή την έννοια, ναι, μπορεί να είναι λύτρωση και καταφύγιο, γιατί εκφράζεσαι εσύ ο ίδιος, αλλά και ακούς, διαβάζεις, δέχεσαι και την έκφραση του άλλου.

Υποθέτω είναι περιττό να περιγράψουμε την εποχή μας και τους ανταγωνιστικούς ρυθμούς της. Εν έτει 2018 και ως νέος άνθρωπος που διαβάζει αλλά και έχει σπουδάσει λογοτεχνία, πιστεύεις ότι ο κόσμος διαβάζει σήμερα; Ακόμα ειδικότερα, ποια είναι η εικόνα που έχεις σχηματίσει για τη σχέση των νέων με αυτή την τέχνη, μέσω της επαφής σου μαζί τους;

Νομίζω είναι γενικά γνωστό πως ως κοινό οι Έλληνες δεν είμαστε ιδιαίτερα αναγνώστες. Έχω, όμως, την αίσθηση πως πολλοί είναι αυτοί που τελικά προτιμούν την ποίηση, παρά το γεγονός ότι είναι εκείνο το είδος λόγου που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη αντίσταση στο να το συλλάβεις και να το βάλεις σε λογικά κουτάκια. Και σίγουρα παράγεται και περισσότερο ποίηση, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν τον παράγοντα της ποιότητας.

Η αλήθεια είναι πως οι νέοι, ειδικά αν αναφερόμαστε στους μαθητές, θεωρούν ξένη και μουσειακή την ποίηση. Είναι σίγουρα ζήτημα ωριμότητας και ηλικίας. Ωστόσο, έχει πολύ ενδιαφέρον το πώς κυκλοφορεί η ποίηση στα social media. Μού έχει τύχει παιδί 14 χρονών να με ρωτήσει για τον Καβάφη, γιατί ήθελε κάτι να δημοσιεύσει. Βλέπεις συνήθως φιγουράρουν Καβάφης, Ελύτης, Δημουλά, Λειβαδίτης και ακολουθεί ο Σεφέρης λίγο πιο δύσκολα. Δηλαδή από τη μία τούς τραβάει το ενδιαφέρον, θεωρούν ότι είναι κάτι υψηλό και γι’ αυτό το επιλέγουν για το παιχνίδι της αυτοπροβολής μέσω των social media, αλλά μέχρι εκεί νομίζω.

Ομολογώ πως αυτή τη διάσταση δεν την είχα σκεφτεί και πράγματι ίσως τελικά αυτή η κατάσταση, που συχνά κατακρίνεται στα πλαίσια της “μόδας” και μιας πιο επιφανειακής εποχής, να είναι ελπιδοφόρα.

Ναι, γι’ αυτό είναι και σημαντικό το πώς θα μιλήσεις σε κάποιον για την ποίηση, αφού γίνεται κομμάτι της ζωής του. Μπορούμε, για παράδειγμα, με αυτόν τον τρόπο να ξαναγυρίσουμε και στο τραγούδι ως αφετηρία για να τους καθοδηγήσεις στην ποίηση. Έτσι κι αλλιώς ποίηση και μουσική γεννήθηκαν μαζί και αλληλένδετα.

Θα ήθελα τώρα να στρέψουμε τη συζήτησή μας πιο πολύ σε εσένα! Πότε αντιλήφθηκες την αγάπη σου για την τέχνη της ποίησης; Σε ποιο βαθμό σε επηρέασε το αντικείμενο των σπουδών και του επαγγέλματός σου;

Ως αναγνώστρια αντιλήφθηκα το ενδιαφέρον μου για την ποίηση από πολύ μικρή ηλικία. Ήμουν δέκα χρονών όταν στο σχολείο κάναμε για αφιερωματική γιορτή για τον Οδυσσέα Ελύτη. Η αλήθεια είναι πως στην εφηβεία, μια περίοδος στις ζωές μας που όλοι θέλουμε να απαρνηθούμε στοιχεία του εαυτού μας, απομακρύνθηκα λίγο από την ποίηση, όμως από την πρώτη Λυκείου “επέστρεψα”.

Αυτή η αγάπη μου για τη λογοτεχνία, που την είχα εντοπίσει από τόσο νωρίς, ήταν αυτή που με ώθησε στην επιλογή της σχολής, αφού ήθελα να ασχοληθώ πιο σοβαρά με αυτό το αντικείμενο και να λάβω πολύ περισσότερες γνώσεις από αυτές που προσφέρονται στα σχολικά πλαίσια. Το αντικείμενο των σπουδών με τη σειρά του έχει παίξει  σημαντικό ρόλο τόσο στη διαδικασία της ανάγνωσης όσο και στην ενασχόλησή μου με τη γραφή. Βέβαια, διαφορετικά προσεγγίζεις ένα λογοτεχνικό κείμενο ως φιλόλογος και διαφορετικά όταν προσπαθείς να γράψεις κάτι κι εσύ. Λειτουργούν σα συγκοινωνούντα δοχεία για εμένα. Δηλαδή, όσο διάβαζα ως φιλόλογος προσπαθούσα ταυτόχρονα να δω και κάτι άλλο για εμένα και, αντίστροφα, άρχισα να αντιμετωπίζω με σοβαρότητα την πράξη της γραφής. Προσπαθούσα να μην είμαι επιπόλαιη, να γίνομαι όλο και πιο μεθοδική και ακριβής.Το ίδιο συμβαίνει και με την ανάγνωση. Ξεκινάω με την ανεμελιά του αναγνώστη, όμως στη συνέχεια,την αντιμετωπίζω πλέον με μεγαλύτερη σοβαρότητα, όχι με τόσο συναισθηματισμό.

Ας περάσουμε στην πολύ δύσκολη κατ’ εμέ διαδικασία της γραφής. Πότε εντόπισες πως η αγάπη σου για την ποίηση σε σπρώχνει και σε μια ανάγκη να στραφείς στη γραφή;

Ήμουν 16,5 χρονών όταν έκανα την πρώτη μου απόπειρα να γράψω κάτι δικό μου, που τότε θεωρούσα ποίηση (γέλια). Ήταν τότε στο Λύκειο εκείνη η πρώτη επαφή με το χαρτί και το μολύβι και είχε προκύψει ως ανάγκη, στιγμιαία.

Τόσο μικρή! Ειλικρινά, βρίσκω πολύ δύσκολη κι επίπονη διαδικασία τη γραφή γενικά. Την ποίηση ένα παραπάνω, αφού πρέπει σε μια σύντομη έκταση να πυκνώσεις και να αποτυπώσεις αυτό που αισθάνεσαι ή σκέφτεσαι. Αν σκεφτούμε και την ιδιαίτερη τεχνική της ποίησης που διαφέρει από αυτή του πεζού λόγου, γίνεται ακόμα δυσκολότερη διαδικασία. Κι επειδή κάποτε έγραφα (ποτέ ποίηση, ωστόσο) και πλέον απορώ πώς το έκανα, καθώς συνειδητοποίησα ότι το γράψιμο αποτελεί πρώτα πρώτα έκθεση στον ίδιο σου τον εαυτό, πράγμα που  ίσως να μη σε συμφέρει κι έτσι καταλήγεις να καθιστάς τις λέξεις ένοχες, θα ήθελα να μας μιλήσεις για τη δυσκολία της γραφής. Πώς γίνεται να δαμάσεις τις λέξεις με αυτόν τον τρόπο; Ποια είναι η σχέση σου με αυτές;

Η σχέση μου με τις λέξεις είναι μια σχέση μίσους και πάθους! Είναι πολύ δύσκολο να τις δαμάσεις και γίνεται όλο και δυσκολότερο και όχι το αντίθετο, όπως πίστευα πιο μικρή. Αυτό φυσικά συμβαίνει γιατί, μεγαλώνοντας, καταλαβαίνεις τη σημασία και το βάρος των λέξεων, ιδιαίτερα στους καιρούς που ζούμε. Οι άνθρωποι σήμερα τείνουν να πιστεύουν ότι ο λόγος, η λέξη δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Αλλά έχει! Έχει, επίσης, σημασία να λες κάτι το οποίο έχει σημασία για εσένα. Γι’ αυτό είναι εν τέλει δύσκολο να τις δαμάσεις. Γιατί είναι κάτι που βγαίνει πηγαία. Βάζεις σε μια σειρά τις σκέψεις σου, ώστε στο τέλος οι λέξεις αυτές να δώσουν μια αλήθεια από εσένα. Δεν τις γράφεις ούτε για να προκαλέσεις εντύπωση, ούτε για να είσαι στο κλίμα των ημερών, ούτε για να θεωρηθείς καλλιτέχνης.

(Συν)εκδοχές, 1

Είσαι το ποίημα για την ομορφιά του κόσμου,
το χέρι που το γράφει
και τα χείλη που το διαβάζουν.
Συγχρόνως.

Έχεις καταφέρει,όμως, να διαχειριστείς το ζήτημα της έκθεσης. Έχεις το δικό σου προσωπικό Blog και έχεις δημοσιεύει και στην “Ποίηση γυμνή”. Θα μας μιλήσεις γι’ αυτά;

Όλα ξεκίνησαν με την ομάδα της “Ποίησης γυμνής”. Ήταν ένας κύκλος συναντήσεων, ο οποίος ξεκίνησε το 2012. Οι συναντήσεις γίνονταν σε καφέ της πόλης και κάθε φορά κάποιοι από εμάς διάβαζαν δικά τους ποιητικά κείμενα. Η διαδικασία αυτή με βοήθησε πολύ στο κομμάτι της έκθεσης και φυσικά ήταν μια πολύτιμη ανταλλαγή ιδεών.      Ψυχή όλης αυτής της οργάνωσης ήταν ο Τέλλος Φίλης. Εγώ πιο συστηματικά πήγαινα στα δύο τελευταία χρόνια των συναντήσεων της ομάδας, μέχρι το 2015 δηλαδή. Όσοι ήμασταν πιο σταθερός πυρήνας της ομάδας μαζέψαμε κάποιο υλικό και βγήκε μια συλλογή το 2016 από τις εκδόσεις Ρώμη. Εκεί έχω δημοσιευμένα τρία δικά μου ποιήματα.

Το blog ακολούθησε. Έχει κυρίως το χαρακτήρα ενός τετραδίου εργασιών και δημιουργήθηκε γιατί θέλησα να υπάρχει ένα δείγμα της δικής μου γραφής πιο συγκεντρωμένο και τακτοποιημένο.

Κάτι για το κλείσιμο. Πρόσφατα με ρώτησαν τι θα έλεγα σε κάποιον που δε διαβάζει γενικά, αλλά θέλει να ξεκινήσει. Αυτό που εγώ απάντησα είναι να κάνει την αρχή με κάτι που θα μπορέσει να ταυτιστεί βιωματικά, προκειμένου να μην αντιληφθεί την ποίηση και γενικά τη λογοτεχνία ως κάτι ξένο κι απόμακρο κι έτσι να δώσει συνέχεια στην προσπάθειά του να τη γνωρίσει. Εσύ τι θα έλεγες;

Πιστεύω πως δεν υπάρχουν κανόνες. Για να θέλει, θα βρει τρόπο και θα στραφεί σ’ αυτήν. Τη στιγμή που είναι ανάγκη θα ψάξεις και θα βρεις αυτό που θα σε αγγίξει, όπως κάναμε όλοι. Σίγουρα δε θα σε απογοητεύσει, αρκεί να το δεις σοβαρά, να δώσεις χρόνο και να μην τα παρατήσεις.

Νικολέτα, σ’ευχαριστούμε όλοι κι εγώ προσωπικά πάρα πολύ που μοιράστηκες όλα αυτά μαζί μας! 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΦΗΝΟΥΝΕ ΧΝΑΡΙΑ;

Χέρια
Νιώθω
Να με κουβαλάνε
Στην αγκαλιά
Δεν είναι κακό
Να νιώθεις ανήμπορος
Δεν είναι κακό
Να νιώθεις ανήμπορος
Επαναλαμβάνω
Μα ψάχνω με το βλέμμα
Στο έδαφος
Να βρω τα χνάρια της πατούσας
Αυτού που με κρατάει
Δεν είναι κακό
Να νιώθεις ανήμπορος
Είναι
Φωνάζω
Δε βλέπω χνάρια
Κι έχω ακούσει για αγκαλιές που πνίγουν
Φοβάμαι τα χέρια
Όταν δεν ξέρω ποιανού είναι
Φοβάμαι
Δεν είναι κακό να
Μην το λες
Δεν είναι κακό
Πάψε
Χέρια
Νιώθω
Να με κουβαλάνε
Στην αγκαλιά
Νιώθεις ανήμπορος
Ψάξε για χνάρια

Mέχρι το επόμενο ραντεβού μας εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε χαμογελαστοί και να έχετε διαβάσει λίγη παραπάνω ποίηση! 😉

By Λέιλα Ανδριώτη

Close Menu