Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Αυτό το post είναι εξαιρετικά αφιερωμένο σε όλες τις ψυχές εκεί έξω που έχουν θέματα με τον ύπνο τους. Παιδιά, μην ανησυχείτε. Υπάρχουν πολλές σονάτες σε αυτόν τον κόσμο και αρκετό φεγγαρόφωτο εκεί έξω για να σας κάνουν συντροφιά. Εγώ σήμερα σας αφιερώνω δύο πασίγνωστες σονάτες, που μοιράζονται τον ίδιο τίτλο, την ίδια υποβλητικότητα αλλά υπηρετούν διαφορετικά είδη τέχνης και θα κατακτήσουν  διαφορετικές θέσεις και σημασίες στον καθένα σας. (Είθε!)

Η εκτενής ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, η Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956), αποτελεί  τον πρωιμότερο από τους μακροσκελείς μονολόγους του πολυγραφότατου ποιητή, που συγκεντρώθηκαν αργότερα, το 1972, στον τόμο Τέταρτη Διάσταση. Οι συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης έχουν παρόμοιο χαρακτήρα, καθώς αποτελούν εξομολογητικούς μονολόγους ηρωικών, κυρίως, προσώπων από την ελληνική μυθολογία, μπροστά σ’ένα άλλο πρόσωπο, που παραμένει συνήθως βουβό. Ο Ρίτσος ανακαλεί συμβολικά πρόσωπα της μυθολογίας για να αναπαραστήσει καταστάσεις επίκαιρες, αισθήματα καταστροφής και φθοράς, αστάθειας, υποταγής στο αναπόφευκτο. Είναι, άλλωστε,  αυτή η ιδιωτική φύση της Σονάτας του Σεληνόφωτος συγκεκριμένα που δημιούργησε τις ευνοϊκές πολιτικές συνθήκες, ώστε να αποσπάσει ένα επίσημο κρατικό βραβείο ο ποιητής, που πέρασε τέσσερα χρόνια στην εξορία για τα πολιτικά του φρονήματα.

Στη Σονάτα, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας μυθικός ήρωας. Στον δραματικό αυτό μονόλογο πρωταγωνίστρια είναι μια ηλικιωμένη μαυροφορεμένη γυναίκα. Βρισκόμαστε στο σπίτι της. Παλιό και φθαρμένο. Είναι ένα ελαφρά ψυχρό βράδυ και το φως του φεγγαριού προσθέτει “άσπλαχνα” στην υποβλητικότητα της ατμόσφαιρας. Η ηλικιωμένη γυναίκα, που έχει ασχοληθεί στη ζωή της κάπως με την ποίηση, απευθύνεται με βασανιστική λαχτάρα σε έναν νέο, την εις γνώσιν της προσωρινή συντροφιά του οποίου πασχίζει να κερδίσει. Τις σκηνικές οδηγίες, τις εικόνες που μόλις σχηματίσατε στο μυαλό σας, μας τις δίνει ο ίδιος ο ποιητής στην αρχή και το τέλος της ποιητικής του σύνθεσης. Στο τέλος, θα μας πει πως όλη τη σκηνή συνόδευε χαμηλόφωνα το πρώτο μέρος της Μoonlight Sonata του Beethoven:

Φυσικά το σημερινό ποστ συνοδεύεται από μουσική. Φυσικά δε θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό. Παρατηρήστε μαζί μου ότι τα δάχτυλα της κυρίας δεν υπακούν στο νόμο της βαρύτητας και συνεχίστε να διαβάζετε…

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε!

Εἶναι καλό τό φεγγάρι, — δέ θά φαίνεται

πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου. Τό φεγγάρι

θά κάνει πάλι χρυσά τά μαλλιά μου. Δέ θά καταλάβεις.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τι φεγγάρι απόψε! Αμείλικτο το χαρακτηρίζει ο Ρίτσος στις αρχικές του σκηνικές οδηγίες. Είναι εκείνο που παρασύρει την ηλικιωμένη σ’αυτή την εκ βαθέων εξομολόγηση της ζωής της που θα ακολουθήσει. Αυτό συντονίζει τον δίχως υπεκφυγές και αποκρύψεις μονόλογό της. Αυτό ανασύρει όλες αυτές τις αναμνήσεις της ζωής της, αυτό γεννά το ξέσπασμα για όσα συνειδητά δεν έζησε και την πάλη με τον παρελθόν και τις επιλογές της. Και δυστυχώς δεν έχει άλλα περιθώρια. Η βουβή παρουσία του νέου (αν όντως είναι παρών), που φανερά εκπροσωπεί το μέλλον και τη ζωή, είναι πιθανότατα η μόνη ευκαιρία της ηρωίδας γι’αυτό το ξέσπασμα. Έτσι,  ξεκινάει ικετευτικά.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Παράκληση-μοτίβο. Επαναλαμβάνεται συνέχεια μέσα στο έργο, διακόπτει το μονόλογο της μαυροφορεμένης γυναίκας και αποτελεί συνδετικό αρμό για τις αναμνήσεις που ξεπηδούν στην ταραγμένη αλλά και μεστή,την ίδια στιγμή, ροή της σκέψης της, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μια προσπάθεια να κρατήσει το νέο όσο μπορεί περισσότερο κοντά της. Εκφράζει την βαθύτατα γνήσια επιθυμία της να αναπληρώσει,μέσω εκείνου και της προσωρινότητάς του, τα κενά της ζωής της, που εκείνη -ασφαλώς-επέτρεψε να γεννηθούν και να υπάρχουν μέχρι το παρόν της. Όπως μπορεί, όσο μπορεί, όσο προλαβαίνει.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι μεγαλώνουν οἱ σκιές μές στό σπίτι,

ἀόρατα χέρια τραβοῦν τίς κουρτίνες,

ἕνα δάχτυλο ἀχνό γράφει στή σκόνη τοῦ πιάνου

λησμονημένα λόγια — δέ θέλω νά τ’ ἀκούσω. Σώπα.

Να η σκληρή επενέργεια του φεγγαριού στην ηρωίδα. Το αχνό φως του από τη μία την οδηγεί τώρα στη λυτρωτική εξομολόγηση προς το νέο, όμως της έχει φερθεί πολλάκις σκληρά.  Μεγαλώνει τις σκιές μέσα στο σπίτι, κάνει τα φαντάσματα του παρελθόντος της πιο φανερά και τη δοκιμάζει. Γι’αυτό παρακάτω θα παρακαλέσει το νέο να την πάρει μαζί της για μια βόλτα στο θόρυβο της γεμάτης ζωής πολιτείας προκειμένου να ξεχάσει και να ξεχαστεί.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν ἔρωτα,

μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.

Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ὠφελεῖ.

Δεν ξέρω πώς μπόρεσε ο ποιητής να χωρέσει τέτοιον απολογισμό σε τρεις στίχους. Ο ίδιος ποιητής που έχει κατηγορηθεί για την τεράστια παραγωγή του. Συνεχίζω.

Ακολουθούν περιγραφές του παλιού σπιτιού και της φθοράς του, μιας φθοράς που σκιαγραφεί τέλεια και τη δική της. Το σπίτι στο οποίο έχει ζήσει όλα τα χρόνια της “δεν τη σηκώνει πια”, είναι και για την ίδια ανυπόφορο πλέον να βαστάει το βαρύ φορτίο του, το παρελθόν του, τους νεκρούς του, τις σκιές του.

Τοῦτο τό σπίτι δέ μέ σηκώνει πιά.

Δέν ἀντέχω νά τό σηκώνω στή ράχη μου.

Πρέπει πάντα νά προσέχεις, νά προσέχεις,

νά στεριώνεις τόν τοῖχο μέ τό μεγάλο μπουφέ

νά στεριώνεις τόν μπουφέ μέ τό πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

νά στεριώνεις τό τραπέζι μέ τίς καρέκλες

νά στεριώνεις τίς καρέκλες μέ τά χέρια σου

νά βάζεις τόν ὦμο σου κάτω ἀπ’ τό δοκάρι πού κρέμασε.

Καί τό πιάνο, σά μαῦρο φέρετρο κλεισμένο. Δέν τολμᾶς νά τ’ ἀνοίξεις.

Ὅλο νά προσέχεις, νά προσέχεις, μήν πέσουν, μήν πέσεις. Δἐν ἀντέχω.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

 

Τοῦτο τό σπίτι, παρ’ ὅλους τούς νεκρούς του, δέν ἐννοεῖ νά πεθάνει.

Ἐπιμένει νά ζεῖ μέ τούς νεκρούς του

νά ζεῖ ἀπ’ τούς νεκρούς του

νά ζεῖ ἀπ’ τή βεβαιότητα τοῦ θανάτου του

καί νά νοικοκυρεύει ἀκόμη τούς νεκρούς του σ’ ἑτοιμόρροπα κρεββάτια

καί ράφια.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

 

ἡ μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, —

κι ἄν κάνεις νά κοιτάξεις σ’ αὐτόν ἤ στόν ἄλλον καθρέφτη,

πίσω ἀπ’ τή σκόνη καί τίς ραγισματιές,

διακρίνεις πιό θαμπό καί πιό τεμαχισμένο τό πρόσωπό σου,

τό πρόσωπό σου πού ἄλλο δέ ζήτησες στή ζωή παρά νά τό κρατήσεις

καθάριο κι ἀδιαίρετο.

Η μεταμέλεια. Η μαυροφορεμένη γυναίκα βρίσκεται στη δύση της ζωής της. Κάνοντάς τον απολογισμό της πικραμένη αντικρίζει όλα όσα δεν έζησε, όλα όσα παρέλειψε και απέφυγε συνειδητά, τηρώντας το χρέος της απέναντι στην ηθική της. Για να κρατήσει το πρόσωπό της “καθάριο κι αδιαίρετο”. Αυτό όμως παραμένει “θαμπό και τεμαχισμένο”, γιατί τελικά αυτή η δύναμη της νεότητάς της να αντισταθεί και να παραμείνει άπραγη δεν της προσέφερε κανένα κέρδος σήμερα. Στο δικό της σήμερα μένουν οι απόηχοι απ’όσα κελεύσματα της ζωής επέμεινε να μην ακούσει, οι απόηχοι της ηχηρής μεταμέλειας, τόσο ηχηρής σαν τον ενοχλητικό κι επίμονο ήχο που κάνουν τα ξυλοπάπουτσα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Μιά στιγμή, νά πάρω τή ζακέτα μου.

Τοῦτο τόν ἄστατο καιρό, ὅσο νἆναι, πρέπει νά φυλαγόμαστε.

Ἔχει ὑγρασία τά βράδια, καί τό φεγγάρι

δέ σοῦ φαίνεται, ἀλήθεια, πώς ἐπιτείνει τήν ψύχρα;

Πιθανότατα ο νέος έδειξε πως θέλει να φύγει. Αμέσως έπρεπε να τον προλάβει. Να πάρει τη ζακέτα της. Το ζητούμενό της θέλω να θυμάστε πως παραμένει μια μικρή βόλτα στην πολιτεία. Κι αφού τον εμποδίζει με αυτόν τον τρόπο, συνεχίζει τις παρεκβάσεις. Θα του μιλήσει για τους πονοκεφάλους της, για τις φορές που αφηρημένη φτιάχνει δύο καφέδες και, “ποιος να τον πιει τον δεύτερο;”.

Δεν τα καταφέρνει όμως και για πολύ. Για πόσο θα μπορούσε άλλωστε;

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δέ θἄρθω. Καληνύχτα.

Ἐγώ θά βγῶ σέ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί, ἐπιτέλους, πρέπει

νά βγῶ ἀπ’ αὐτό τό τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει νά δῶ λιγάκι πολιτεία, — ὄχι, ὄχι τό φεγγάρι —

τήν πολιτεία μέ τά ροζιασμένα χέρια της, τήν πολιτεία τοῦ μεροκάματου,

τήν πολιτεία πού ὁρκίζεται στό ψωμί καί στή γροθιά της

τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της

μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας,

μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας, —

ν’ ἀκούσω τά μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,

νά μήν ἀκούω πιά τά βήματά σου

μήτε τά βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καί τά δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Τι να πω τώρα εγώ)

Ο νέος αποχωρεί. Εκείνη δεν θα τον ακολουθήσει. Και ποιος ξέρει και αν ποτέ τελικά βγήκε από το σπίτι αυτό; Ποιος ξέρει αν είδε ποτέ λιγάκι πολιτεία. Όπως και να χει, παραμένει σταθερή στην άρνησή της απέναντι στις επιθυμίες της. Σταθερή και απόλυτα ώριμη και συνειδητοποιημένη. Είναι άλλωστε αργά.

Τό δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πώς κάποιο σύννεφο θἄκρυψε τό φεγγάρι. Μονομιᾶς, σάν κάποιο χέρι νά δυνάμωσε τό ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μιά πολύ γνωστή μουσική φράση. Καί τότε κατάλαβα πώς ὅλη τούτη τή σκηνή τή συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τό πρῶτο μέρος. Ὁ Νέος θά κατηφορίζει τώρα μ’ ἕνα εἰρωνικό κ’ ἴσως συμπονετικό χαμόγελο στά καλογραμμένα χείλη του καί μ’ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θά φτάσει ἀκριβῶς στόν Ἅη-Νικόλα, πρίν κατέβει τή μαρμάρινη σκάλα, θά γελάσει, — ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τό γέλιο του δέ θ’ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ’ τό φεγγάρι. Ἴσως τό μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τό ὅτι δέν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σέ λίγο ὁ Νέος θά σωπάσει, θά σοβαρευτεῖ καί θά πεῖ: «Ἡ παρακμή μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θά ξεκουμπώσει πάλι τό πουκάμισό του καί θά τραβήξει τό δρόμο του. Ὅσο γιά τή γυναίκα μέ τά μαῦρα, δέν ξέρω ἄν βγῆκε τελικά ἀπ’ τό σπίτι. Τό φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καί στίς γωνιές τοῦ δωματίου οἱ σκιές σφίγγονται ἀπό μιάν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν ὀργή, ὄχι τόσο γιά τή ζωή, ὅσο γιά τήν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; Τό ραδιόφωνο συνεχίζει):

 

Υ.Γ.1: Σας παρακαλώ, ακούστε την απαγγελία της Μελίνας Μερκούρη κι αν έχετε ακούσει κάτι καλύτερο στη ζωή σας, σας παρακαλώ ξανά να μού το γνωστοποιήσετε. (Επίσης πιάνει και για τις αϋπνίες παιδιά…)

Υ.Γ.2: Η τελευταία στροφή έχει ειδική αφιέρωση στην κολλητή μου Άντι, που ένα βράδυ μου είπε ένα “καληνύχτα” η καημένη κι εγώ -μάλλον τρομακτική-  άρχισα να της απαγγέλλω όλο αυτό, αφήνοντάς την να απορεί.

Μέχρι το επόμενο ραντεβού μας εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε χαμογελαστοί και ήρεμοι.

By Λέιλα Ανδριώτη

Close Menu