On top of the world (ή η ανασκόπηση της φοιτητικής ζωής)

Δημοσιεύθηκε στις 6 April, 2017, στην κατηγορία ,

Αν ξέρεις από ΑΠΘ θα έχεις παρατηρήσει ένα μεγάλο κτήριο διπλά από τη σχολή θετικών επιστήμων. Αυτό είναι το βιολογικό-φαρμακευτικό-πληροφορική. Έχει εννιά ορόφους, κι αν είσαι ακόμα πιο παρατηρητικός θα έχεις δει μια σιδερένια σκάλα υπηρεσίας που ενώνει τους ορόφους εξωτερικά. Εκεί λοιπόν στα σκαλοπάτια μεταξύ τέταρτου και πέμπτου ορόφου κάθομαι εγώ. Εκεί είναι το καπνιστήριο. Σκέφτομαι ότι αυτά, τα εργαστήρια της πτυχιακής μου, είναι τα τελευταία μου ως φοιτήτρια. Κι αυτό το τσιγάρο (ΣΥΓΝΩΜΗ ΜΑΜΑ-ΜΠΑΜΠΑ) είναι από τα τελευταία που κάνω με θέα την δυτική Θεσσαλονίκη, την άνω πόλη, την αρχή της Oλυμπιάδος κλπ.

Τέσσερα χρόνια και κάτι. Πες πέντε για να είσαι μέσα. Πέντε χρόνια λοιπόν φοιτήτρια. Χρόνια γεμάτα από οργανική χημεία, ανόργανη χημεία, οργανική φαρμακευτική χημεία, ανόργανη φαρμακευτική χημεία, αναλυτική χημεία. Χρόνια που μου άφησαν μπλουζάκια μισοκαμένα, με τη μόνιμη ευωδιά του βενζολίου, με τρύπες κάπου κάπου. Χρόνια γεμάτα αγωνιά για το αν βγήκε η Ο.Φ.Χ 1..Ύπνοι που ποτέ δεν έγιναν για χάρη μερικών σερί(ναι θα βγάλω ύλη 1400 σελίδων σε ένα βράδυ). Πρωινά ξυπνήματα και ύπνοι μέσα σε αμφιθέατρα. Εξεταστικές με άγχος κι εξεταστικές χωρίς άγχος. Χρόνια γεμάτα τεσσάρια, πεντάρια, εξάρια, εφτάρια. Χρόνια με το άγχος αν ο χι καθηγητής θα μου δώσει εργασία, αν θα με περάσει, αν θα μου κρατήσει το βαθμό, αν θα μου δώσει συστατική. Χρόνια με απογοητεύσεις (αφού ρε είχα διαβάσει έξι μήνες γιατί να γράψω για τρία), με χαρές (επιτέλους ήρθε το πολυπόθητο εφτάρι), με όνειρα (ίσως αν ο χι κι η ψι δώσουν συστατική κι αν ο ωμέγα μου δώσει πτυχιακή να έχω ένα καλύτερο μέλλον).

Κι όχι αυτά τα χρόνια δεν είχαν μόνο σχολή. Βασικά αυτά τα χρόνια δεν είχαν και τόσο σχολή όσο αφήνω να εννοηθεί. Τώρα στα γεράματα σοβαρεύτηκα. Είχαν εξόδους επικές από εκείνες που βγαίνεις στις 4 το μεσημέρι και γυρνάς στο σπίτι στις πέντε του επομένου απογεύματος. Πρωινά εργαστήρια με μπουφάν από πάνω για να κρύβει την βραδινή αμφίεση (το κλασσικό σερί). Μαζέματα σε σπίτια που κατέληγαν να λες να εσώψυχα σου πάνω από ένα μπουκάλι βότκα και τέσσερις φίλες που απλά είχαν βαρεθεί να ακούνε. Μεταμεσονύχτιες εξορμήσεις στο «ταξίδι». Κυριλέ έξοδοι στο «μαρκίζ» και το “lavalbone”. Μπύρες στο «ufleku». Κρασιά στη ροτόντα στο «ντόμινο» ή στο «Belleville». Κρασο-πετρέλαιο στο μπιτ μπαζάρ. Ψαγμένα ποτά και λεμονάδες στην Ζεύξιδος, την Ικτίνου, στα λαδάδικα και στην Προξένου Κορομηλά. Νύχτες που θες να είσαι «πελούσια» και πίνεις το μοχίτο στο «Vanilla Sky» ή στο «Pantheon bar». Καφέδες και γλυκά σε «sugar angel», «pasta flora» και «candy bar». Πρώτα ραντεβού στο «Δωμάτιο με θέα» και πιο καμένα πρώτα ραντεβού στο «Panda caféé». Ντεμέκ ψαγμενιές στο «Colombia» για αυθεντικό πετρέλαιο. Μεθύσια έξω από όλα αυτά τα μαγαζιά.Και πάρτι στο πολυτεχνείο μερικές Παρασκευές. Παρεΐστικες καταστάσεις στο «ηλιοτρόπιο» ή στην «αρκούδα» και πάει λέγοντας. Κάτι ερωτικά καβγαδάκια στα στενάκια της Ιασωνίδου.Και κάτι ντεμέκ αλλά και πραγματικά μεθυσμένα μηνύματα που στάλθηκαν και ελήφθησαν. Και γέλια, πολλά γέλια. Αλλά και κλάματα. Κι απώλειες αλλά κι ανέλπιστες χαρές. Και να μην ξεχάσω και κάτι όμορφα απογεύματα σε ταράτσες και μπαλκόνια με μια μπύρα, ένα τσιγάρο κι απολυτή σιωπή. Γιατί δε χρειάζεται πάντα να μιλάς γι’ αυτά που υπάρχουν στο κεφάλι σου.

Όλα αυτά τα χρόνια είχαν και πάρα πολλούς ανθρώπους να τα πλαισιώνουν. Φιλίες που δεν άντεξαν και χάθηκαν σιγά σιγά. Φιλίες που αναπτύχθηκαν εκεί που δεν το περίμενες, από μια κουβέντα, ένα χαμόγελο ή ακόμα κι από μια παλιότερη «αντιπαλότητα». Φιλίες που όχι μόνο άντεξαν αλλά κι έγιναν πιο δυνατές με το πέρασμα των χρόνων. Άνθρωποι που ήταν εκεί στα εύκολα και τα δύσκολα. Κι άνθρωποι που φοβήθηκαν τα δύσκολα κι έφυγαν. Αλλά κι από πλευράς μου, φιλίες στις οποίες ήμουν εκεί και φιλίες που φοβήθηκα, κουράστηκα και παραιτήθηκα. Τώρα πια δεν έχει σημασία να κάτσεις και να κρίνεις ανθρώπους. Ούτε καν τον εαυτό σου. Όλοι πρόσφεραν και σε όλους πρόσφερες. Και κάτι άλλες ερμαφρόδιτες φιλίες που δεν έμαθες και δεν θέλησες να μάθεις αν ήταν ποτέ κάτι άλλο. Κι έρωτες. Έρωτες με την πρώτη ματιά σε αστικά, που μέχρι το απόγευμα της ιδίας μέρας είχες ξεχάσει τη μορφή τους. Σχέσεις που αλλάξαν τον τρόπο που βλέπεις τις σχέσεις. Άνθρωποι που σου έμαθαν τι σημαίνει να τρέμει το φυλλοκάρδι σου πάνω από ένα κινητό και τα γόνατα σου πριν τους συναντήσεις. Κι άνθρωποι που η αλληλεπίδραση σου μαζί τους ήταν απλά για να περάσει ο χρόνος.

Και κάτι καλοκαίρια σε φοιτητικά κάμπινγκ παρέα με τα φιδάκια και τα κουνούπια. Που η μέρα ξεκινούσε στις τρεις το μεσημέρι και τέλειωνε στις οχτώ το πρωί. Σκηνές που ποτέ δεν έμαθα να στήνω σωστά. Καλέσματα στο κυλικείο για ένα ποτό που κατέληγαν σε παγωμένα (και μεθυσμένα) βραδινά μπάνια στη θάλασσα. Φιλίες που αναπτυχθήκαν επειδή ζήτησες μια τράπουλα, μια μπάλα ή μια μικρή βοήθεια να κουβαλήσεις τα πράγματα σου. Παγωμένα ντουζ και καφέ νερό να τρέχει από πάνω σου ξεπλένοντας τη λάσπη (επειδή ήμουν κι από τους τυχερούς που έβρεχε για δυο μέρες συνεχόμενα). Αλλά και καλοκαιριά που περίμεναν ένα Σεπτέμβρη, να διορθώσεις τα αδιόρθωτα του Ιουνίου.

Και μετά ο τελευταίος χρόνος μου. Αυτός της ωριμότητας. Ο χρόνος που όλοι οι φοιτητές κάθονται και σκέφτονται τι θα κάνουν με τη ζωή τους. Που θα πάνε μετά. Ο χρόνος που πρέπει να αποφασίσεις ποιους θα κρατήσεις και ποιους θα απομακρύνεις. Ο χρόνος που τα βάζεις κάτω κι αποφασίζεις αν θες να ζεις μέσα σε ένα εργαστήριο, σε ένα πανεπιστήμιο, σε μια εταιρία, σε ένα μαγαζί, σε ένα γραφείο ή/και σε ένα σπίτι. Για μένα και ο χρόνος που αποφάσισα να δω πως είναι η ζωή με ένα τετράποδο. Πως είναι να είσαι υπεύθυνος και για ένα άλλο ον, πιο αδύναμο από σένα. Και πάλι χαρές και δάκρυα ακόμα και με το τετράποδο. Άγχος και χρόνος, χρήματα και προσπάθεια.

Ακόμα θυμάμαι σαν χθες την Μαρία που της βγήκε η σαγιονάρα στα σκαλιά του δευτέρου λυκείου όταν έτρεχε σαν αλαφιασμένη να δει τα αποτελέσματα των δύσκολων πανελλήνιων(που να ξερά τότε πως ήταν το πιο εύκολο part). Σαν χθες με θυμάμαι να κλαίω από χαρά. Κι όμως δεν ήταν χθες. Χθες ήταν απλώς μια μέρα με TLC και στήλες. Σήμερα είναι μια μέρα που κάθομαι εδώ στον τέταρτο όροφο (on top of the world που λένε κι οι φίλοι μας οι Άγγλοι) και ατενίζω την πόλη των φοιτητικών μου χρόνων. Κι αύριο θα είναι μια μέρα πιο κοντά στο τέλος της πιο ξέγνοιαστης εποχής της ζωής μου, της φοιτητικής μου ζωής… Μια μέρα πιο κοντά στην πραγματική κι αγρία, άδικη, αυτόνομη και δύσβατη ενηλικίωση…

Και όχι αν είχα την δυνατότητα να πάω τον χρόνο πίσω δε θα άλλαζα καμία μου επιλογή. Θα πήγαινα το χρόνο πίσω μόνο και μόνο για να ζήσω όλα αυτά ξανά και ξανά και ξανά και ξανά.

Εσύ που με διαβάζεις κι είσαι ακόμα μικρό έτος, μην είσαι ανόητος, αυτά τα χρόνια δε θα γυρίσουν ποτέ πίσω. Γδάρε τα, ζήσ’τα μέχρι το μεδούλι, σαν να μην υπάρχει αύριο. Γιατί θα έρθει μια μέρα σαν και τη δικιά μου τη σημερινή, που θα είσαι κι εσύ στα σκαλιά περιμένοντας για ένα πτυχίο κάνοντας throwbacks. Και οφείλεις αυτά τα throwbacks να σε κάνουν να χαμογελάς. Κι εγώ χαμογελάω. Κι είναι το πιο γ@ματο συναίσθημα…
By Μαρία Πολυχρονιάδου

Από τον χρήστη Blog

Γράψε και κανένα σχόλιο δεν δαγκώνουμε...