Η φιλόξενη « Ξενία »

Κάπου εκεί στην τρυφερή ηλικία των 16 με είχε πιάσει κάτι και ήθελα να βλέπω διάφορες αμφιλεγόμενες ταινίες του συγχρόνου ελληνικού κινηματογράφου(βλέπε κυνόδοντας ). Μια από αυτές ήταν και η «Στρελλα» του Πάνου Κούτρα. Μια ταινία που όταν συνειδητοποίησα τι ακριβώς διαπραγματευόταν έκλεισα άμεσα τον υπολογιστή και κάθισα περίπου ένα μισάωρο για να επεξεργαστώ και να προετοιμαστώ για τις πληροφορίες που είχα λάβει και θα λάμβανα. Εν τέλει την είδα. Κι όταν μεγάλωσα την ξαναείδα, για να την καταλάβω πλήρως. Και κάποια μέρα όταν θα είμαι αρκετά ώριμη στην έκφραση και στο μυαλό θα τα βάλω κάτω και θα γράψω κι ένα άρθρο γι’ αυτήν.

Αυτή ήταν και η πρώτη καθώς και η μοναδική μου επαφή με τις ταινίες του Κούτρα (τον «γιγάντιο μουσακά» δεν τον είδα ποτέ, αν και είναι στα υπόψιν). Πριν λίγο καιρό, ψάχνοντας μια ταινία που να μιλά για ιθαγένεια, μετανάστευση, ρατσισμό και ταυτόχρονα να είναι και ελληνική, έπεσα πάνω στην « Ξενία ». Παραγωγή του 2014, οι δυο πρωταγωνιστές, παιδιά της γενιάς μου, της γενιάς του 90, και μάλιστα αλβανικής καταγωγής. Άρα φαντάστηκα (όπως κι όντως έγινε) ότι θα είναι κάτι φρέσκο, επίκαιρο και κυρίως αληθινό (ναι σίγουρα η επιλογή πρωταγωνιστών που θα έχουν ζήσει το ρατσισμό και οι ίδιοι ήταν μια πολύ σοφή επιλογή) .

Αυτό που δεν περίμενα , ήταν η επιτυχία του σκηνοθέτη να ασχοληθεί με τόσα πολλά και διαφορετικά θέματα ταυτόχρονα. Ας μην προτρέχω όμως. Η ταινία μιλάει για δυο αδέλφια τον Ντάνι και τον Οδυσσέα που έχουν γεννηθεί από μητέρα Αλβανή και Έλληνα πατέρα. Όταν η μητέρα τους πεθαίνει , ξεκινά ένα ταξίδι από την Κρήτη, οπου ζούσε ο μικρότερος, ο Ντάνια με την μητέρα του, στην Αθήνα, όπου δουλεύει ο 18χρονος Οδυσσέας κι από εκεί οι δυο τους στη Θεσσαλονίκη. Σκοπός τους είναι να βρουν τον Έλληνα πατέρα τους, ο οποίος τους παράτησε σε μικρή ηλικία και πλέον έχει φτιάξει καινούρια οικογένεια και πολιτεύεται με την ακροδεξιά. Θέλουν να τον βρουν για να τους αναγνωρίσει ώστε να πάρουν την ιθαγένεια και να μην απελαθούν πίσω στην Αλβανία. Επίσης, ο μεγαλύτερος έχει σκοπό να συμμετάσχει και σε ένα μουσικό τάλεντ σόου καθώς έχει ιδιαίτερα καλή φωνή, κληρονομιά από τη μητέρα του, η οποία σπουδαγμένη σε ωδεία, κατέληξε να τραγουδάει σε “σκυλομάγαζα” για να ζήσει.


Αυτό που όμως περιπλέκει τα πράγματα και ανεβάζει άμεσα το επίπεδο της «ξενίας», από μια απλή ταινία για το ρατσισμό σε μια ταινία μάρτυρα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας είναι το γεγονός ότι ο 16χρονος Ντάνι είναι ομοφυλόφιλος. Κι εκτός από αυτό είναι και ψυχικά διαταραγμένος. Έχει εγκλωβιστεί κάπου στο μεταίχμιο μεταξύ εφήβου και παιδιού, έχει οράματα με φανταστικούς φίλους, έντονα ξεσπάσματα, άπειρους συναισθηματισμούς και προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον άντρα και στο παιδί που δεν έχει πεθάνει ακόμα μέσα του. Και τρελός, και Αλβανός και γκέι λοιπόν(όπως θα ακούσεις να λένε και στην ταινία). Στο πρόσωπο του συγκεντρώνονται τρία χαρακτηριστικά που το καθένα από μόνο του μπορεί να θέσει κάποιον στο περιθώριο μιας αφιλόξενης κοινωνίας σαν τη δική μας.

Θα δεις σκηνές που είναι κάτι παραπάνω από αληθινές. Αγοραίος έρωτας, ρατσισμός σε ομοφυλόφιλους, ρατσισμός απέναντι σε μετανάστες, έφοδοι της χρυσής αυγής σε συνοικίες μεταναστών, μικροκαβγάδες μεταξύ μεταναστών που καταλήγουν μοιραίοι, πέρασμα από παιδική ηλικία σε εφηβεία,οράματα τρέλας, ερωτικά ξυπνήματα, τρυφερές εξομολογήσεις, κυνικές αποφάσεις, κιτς σκηνικά από κέντρα νυχτερινής διασκέδασης, συμφιλίωση δυο διαφορετικών κόσμων και όλα αυτά με μια δόση χιούμορ. Μια διαφορετική δόση χιούμορ που ισορροπεί κι αυτή ανάμεσα στην ψυχική διαταραχή και στην πραγματικότητα…

Η «Ξενία» έμεινε στο μυαλό μου εκτός των άλλων για τρεις βασικούς ,και διαφορετικούς μεταξύ τους, λόγους.

Πρώτον, είναι η απλότητα και συνάμα η κυνικότητα με την οποία ο Κούτρας διαχειρίζεται τα θέματα που θίγει η ταινία. Μια φυσικότητα που μου είχε λείψει αρκετά από τις εγχώριες κινηματογραφικές παράγωγες της τελευταίας δεκαετίας.

Δεύτερον, οι εντυπωσιακές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Ερμηνείες που με έπεισαν πως η γενιά μου δίνει ένα δυναμικό και πρωτότυπο παρόν και στο χώρο της τέχνης.

Και τρίτον μια σκηνή και μια φράση. «Εμείς τελικά παντού ξένοι θα είμαστε, και παντού σαν το σπίτι μας» . Αυτό που βιώνουν τα παιδιά μεταναστών δεύτερης και τρίτης γενιάς. Στην Ελλάδα τους λένε Αλβανούς, Ρώσους, Πακιστανούς, Αφρικανούς κλπ. Και στις χώρες τους, Έλληνες. Παιδιά χωρίς πατρίδα και ταυτόχρονα με πολλές πατρίδες. Γιατί όταν δεν είσαι τίποτα, έχεις την ελευθερία να αυτοπροσδιοριστεις όπως εσύ θες. Ή και να μην προσδιοριστείς καθόλου. Γιατί τα πάντα και το τίποτα στην ουσία δεν διαφέρουν πουθενά….

 

 

 

 

By Μαρία Πολυχρονιάδου