Φθηνά τσιγάρα, ακριβές αναμνήσεις

Φθηνά τσιγάρα, ακριβές αναμνήσεις

Θα ‘θελα τόσο πολύ να σε εντυπωσιάσω.
Η μοναδική μας νύχτα ήταν ξαφνική και σύντομη, σαν μια μπόρα.
Ούτε που πρόλαβα να αρχίσω.
Ούτε που πρόλαβα να σου πω την μοναδική μου ιδιότητα. Είμαι συλλέκτης.
Μαζεύω το πιο σκληρό και άγριο πράγμα του κόσμου. Στιγμές.
Όταν έχω αυτόν τον ξαφνικό πόθο να πετάξω,
και δεν έχω πού να πετάξω, κρύβομαι στη συλλογή μου.
Γεμάτη καφέδες, μποξέρ, χορευτές, τυχαία αγγίγματα, βρισιές, τρυφερούς παρανόμους, στοές, συναντήσεις, κραυγές, σιωπές, χωρισμούς, λόγια, λόγια, λόγια…
Έτσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουνε αυτά.
Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι.

Είμαι από αυτούς που πάντα κάπνιζαν φτηνά τσιγάρα.

 Κάποια στιγμή, νομίζω πριν από δύο καλοκαίρια, έβλεπα συνέχεια εκδηλώσεις στο facebook για την προβολή μιας ταινίας που δεν ήξερα. Στην αρχή δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, ήταν μια απλή εκδήλωση. Αυτή, όμως, η εκδήλωση αντί να χάσει σταδιακά το ενδιαφέρον της, κατάφερε το αντίθετο. Όλο και περισσότερες ήταν οι πόλεις, φορείς κτλ που οργάνωναν προβολή της ταινίας «Φτηνά τσιγάρα», του Ρένου Χαραλαμπίδη. Κάποιος λόγος θα υπήρχε που μια ταινία γυρισμένη το 2000 ήρθε ξανά στο προσκήνιο και έκανε τόσο μεγάλη επιτυχία μετά από 15,περίπου, χρόνια. Τον λόγο αυτό τον ανακάλυψα φέτος.

Η πλοκή της ταινίας είναι απλή.

Ο Νίκος είναι ένας τριαντάχρονος που ζει μόνος του στην Αθήνα, δεν έχει κοπέλα, από πεποίθηση,  περιβάλλεται από ανθρώπους ιδιαίτερου, ίσως περίεργου, στυλ και συχνάζει σε ένα συγκεκριμένο καφέ.

Η Σοφία είναι μια όμορφη κοπέλα, με αυτοπεποίθηση και εργάζεται στο χώρο της μόδας.

Ο Νίκος και η Σοφία γνωρίζονται ένα βράδυ του Αυγούστου στην ήσυχη, καλοκαιρινή Αθήνα σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Περπατάνε μαζί στην πόλη, μιλάνε για τις ζωές και τα όνειρα τους και ερωτεύονται. Δεν χρειάζονται παραπάνω στοιχεία για την πλοκή.

Η ιστορία κυλάει αυθόρμητα, δεν βιάζεται. Δεν πιέζει τους δύο πρωταγωνιστές να ερωτευτούν. Μιλάνε για τα πάντα, ενώ εσύ βλέπεις τα πάντα. Σκηνές από την καθημερινή ζωή του Νίκου εμφανίζονται στην οθόνη, σαν διαλείμματα από την περιπλάνηση του με την Σοφία, για τα χρήματα που βγάζει αλλά και για τα μέρη που συχνάζει. Για τα χρυσόψαρα που έχει σε μια γυάλα αλλά και για τους μποξέρ και μαφιόζους που υπάρχουν στη ζωή του. Βλέπεις φιγούρες διάφορων ανθρώπων να μιλάνε για τις σχέσεις τους με όσους ήταν, είναι ή θα ήθελαν να είναι. Ο χαρακτήρας που ξεχωρίζει, για μένα, είναι ο ιδιοκτήτης ενός καφέ ο οποίος «συλλέγει στιγμές» από τους θαμώνες του μαγαζιού και αναφέρει χαρακτηριστικά στον πρωταγωνιστή:

«Όχι, όχι, όχι, αγόρι μου, αυτό δεν είναι επάγγελμα, είναι λειτούργημα. Πίνεις αλκόολ για να ξεχάσεις και καφέ να θυμηθείς. Και σου κλέβουν όλη τη δόξα οι barmen, οι χλεχλέδες. Το μπαρ, το μπαρ είναι η ψυχολογική τουαλέτα, σου πετάνε έτσι τα μπουκάλια και τα παγάκια πάνω να ζαλιστείς και να ξεράσεις πιο εύκολα τα υπαρξιακά σου. Ενώ το καφέ, το καφέ είναι ο καθρέφτης πάνω απ’ το νιπτήρα κάθε πρωί. Έτσι, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών να πούμε, αλισβερίσι. Καλημέρα!»

 Τα φτηνά τσιγάρα είναι μια ταινία που μπορεί να χαρακτηριστεί από μία και μόνο λέξη: ποίηση.

Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δεν είχε την επιτυχία που θα έπρεπε να έχει όταν είχε κυκλοφορήσει.

Δεν κατάλαβα ποτέ αν είναι ξεκάθαρα σουρεαλιστική ή ρομαντική.

Κατάλαβα, όμως, ότι ο λόγος που η ταινία αυτή ήρθε ξανά στο προσκήνιο και έμεινε είναι πολύ απλός. Μόλις τελείωσε η ταινία συνειδητοποίησα ότι οι ανθρώπινες σχέσεις δεν χρειάζονται πίεση ούτε βιασύνη, χρειάζονται αυθορμητισμό, ρομαντισμό και αγάπη. Για αυτό και η ταινία έχει τόσο μεγάλη απήχηση στο νεανικό κοινό, γιατί αυτό που ψάχνουν όλοι σήμερα είναι αληθινές σχέσεις που δημιουργούνται, κυλάνε και τελειώνουν, σχεδόν, χωρίς «προσπάθεια» και βιασύνη. Ακριβώς όπως στην ταινία του Χαραλαμπίδη.

Ρεαλισμός:                                                                                                                   Ρομαντισμός:

  • Πες μου μια ιστορία – Το δικό σου όνειρο;
  • Τι ιστορία;                                                                                             – Για απόψε είσαι εσύ.
  • Αγάπης
  • Όλες είναι ίδιες.

Μέρος 1ο: Είσαι για μένα το παν

Μέρος 2ο: Γίνε για μένα το παν

Μέρος 3ο: Πάλι εσύ είσαι;

 Αυτή είναι η αγαπημένη μου σκηνή της ταινίας, ίσως επειδή είναι τόσο αυθόρμητη. Ίσως επειδή είναι τόσο όμορφα απλή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το «Λευκό μου γιασεμί» της Έλλης Πασπαλά, που ακούγεται στο βάθος με έκανε να αγαπήσω αυτή την ταινία λίγο παραπάνω.

By Φρόσω Χαλκίδου

 

 

Close Menu