Από εδώ “η κυρία Νταλογουέι”, της Virginia Woolf

Από εδώ “η κυρία Νταλογουέι”, της Virginia Woolf

Επιστροφή στον υψηλό μοντερνισμό για σήμερα, με την πιο σημαντική γυναίκα εκπρόσωπο της πεζογραφίας του, τη Virginia Woolf, η οποία μαζί με τον Joyce και τον Proust, συναριθμείται στην τριάδα των μεγάλων καινοτόμων πεζογράφων που άνοιξαν νέους δρόμους στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Η Woolf “υπηρέτησε” την αδιαφορία εκείνη του μοντερνιστικού ρεύματος για το θεσμοθετημένο και κοινώς αποδεκτό γούστο, για τη μέχρι τότε υπάρχουσα αισθητική, και είχε επίγνωση του γεγονότος πως η επανάσταση στο ύφος ήταν αναγκαία. Το πάθος της για τη μορφή και την τεχνική την οδήγησε σε συνεχείς πειραματισμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει πως επιδίωκε έμμονα την πρωτοτυπία, πράγμα που θα αφαιρούσε από την αξία του έργου της. Το κυνήγι της μορφής ήταν στην πραγματικότητα το κυνήγι της πραγματικότητας που συνεχώς ξεγλιστράει, λόγω των πολλαπλών και διαφορετικά ιδωμένων διαστάσεών της, ένα στοιχείο που θα δούμε να κυριαρχεί στην Κυρία Ντάλογουει, την οποία θα προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε λίγο, τώρα εδώ…

Το βιβλίο παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό το 1924 και αποτελεί την (καθόλου γραμμική) αφήγηση μιας μέρας της 52χρονης Κλαρίσα Ντάλογουει. Η Κλαρίσα, πραγματική αυθεντία στην οργάνωση εκδηλώσεων, διοργανώνει το ίδιο βράδυ μια ακόμα συνάθροιση μελών της μεγαλοαστικής τάξης του Λονδίνου στο σπίτι της. Φιλοδοξεί να είναι πιο φαντασμαγορική από ποτέ και να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των σημαντικών για την οικονομική και πολιτική σκηνή καλεσμένων της.

Η μέρα της και οι ετοιμασίες της γιορτής ξεκινάνε με την ίδια να περιδιαβαίνει τους δρόμους του Λονδίνου, μέσα Ιουνίου αμέσως μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, φροντίζοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες για το στολισμό του σπιτιού της. Συνειρμικά όμως, μεταφέρεται στην εξοχή του Μπέρτον, όπου πέρασε τα όμορφα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. “Πόσο φρέσκος, πόσο ήρεμος, πιο ακίνητος, φυσικά, από ετούτον εδώ, ήταν ο πρωινός αέρας!” Αναπόφευκτα θυμάται αμυδρά κάποια λόγια του Πήτερ Γουόλς, του εφηβικού της έρωτα, τον οποίο αρνήθηκε προκειμένου να συνάψει τον κατά τ’άλλα ευτυχισμένο σημερινό της γάμο.

Παράλληλα με τη μέρα της Κλαρίσα που ετοιμάζεται για το κοσμικό γεγονός, παρακολουθούμε σε όλο το έργο και τη μέρα ενός άλλου ανθρώπου, του Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ. Την ίδια στιγμή που η Κλαρίσα αγοράζει λουλούδια για τη δεξίωση, εκείνος βρίσκεται με τη σύζυγό του στο Regent Park. Ο Σέπτιμους ήταν από τους πρώτους εθελοντές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου που έζησαν τη φρικτή εμπειρία των χαρακωμάτων. Είδε τον αξιωματικό φίλο του Έβανς να πέφτει νεκρός στο πεδίο της μάχης. Εκείνος έχει επιζήσει. Το ίδιο και οι πληγές του πολέμου μέσα του. Πάσχει από κρίσεις φοβίας και δεν αισθάνεται πλέον τίποτα- δεν αγαπά τη γυναίκα του και την κάνει δυστυχισμένη, δεν πονά καν για το φίλο του Έβανς και η μόνη ιδέα που κατακλύζει τη σκέψη του είναι αυτή του θανάτου, συγκεντρώνοντας έτσι στο πρόσωπό του όλες τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στον ψυχισμό του ανθρώπου. Θα συμβουλευθεί μετά από επιμονή της γυναίκας τους διάφορους ψυχολόγους που θα αποδειχθούν ανίκανοι να τον βοηθήσουν, επιτρέποντας έτσι στη Γουλφ να δείξει την απέχθειά της για την ψυχανάλυση, που είναι “η ταφόπλακα του κάθε διαταραγμένου”. (Ας σημειωθεί ότι η συγγραφέας βασανιζόταν χρόνια από ψυχικές διαταραχές και καταθλιπτικές κρίσεις που την οδήγησαν στην αυτοκτονία το 1941).

Στο μεταξύ η Κλαρίσα έχει επιστρέψει στο σπίτι της. Εκεί ξαφνικά καταφθάνει και ο Πήτερ για να τη δει, μια επίσκεψη που αναπόφευκτα την αναστατώνει. Όχι τόσο γιατί ξυπνά το ερωτικό τους παρελθόν -ποτέ δεν ξέχασαν ο ένας τον άλλον και η επικοινωνία τους δεν είχε διακοπεί- αλλά γιατί τής θυμίζει την από καιρό χαμένη εφηβική της επαναστατικότητα. Συνειρμικά και χωρίς να το θέλει, με την παρουσία του Πήτερ, ο οποίος τη νοιάζεται τόσο πολύ πάντα, προβαίνει σε έναν αξιολογικό απολογισμό της ζωής της και επαναπροσεγγίζει νοσταλγικά την πραγματικότητα. Πήρε τις σωστές αποφάσεις; Τι απέγιναν τα νεανικά όνειρά της; Τι συνέβη στην παρορμητικότητα του χαρακτήρα της, αυτή που πάντα έκανε τον Πήτερ να τη μαλώνει; Έκανε σωστά που τον αρνήθηκε; Γιατί ενοχλείται τόσο που δηλώνει ευτυχισμένος, αφού τον θεωρεί αποτυχημένο;

Γίνηκε προς στιγμήν το κοριτσάκι που έριχνε ψίχουλα στις πάπιες, ανάμεσα στη μαμά και στον μπαμπά, και ταυτόχρονα η ώριμη γυναίκα που ερχόταν να συναντήσει τους γονείς της δίπλα στη λίμνη, κρατώντας στα δυο της χέρια τα κομμάτια της ζωής της. Καθώς πλησίαζε, γινόντουσαν ολοένα και πιο μεγάλα μέσα στα χέρια της, ώσπου ήρθαν και γίνηκαν μια ζωή ολόκληρη, πλήρης, και την απίθωσε εκεί, μπροστά τους λέγοντας “να τι έκανα στη ζωή μου. Ορίστε!” Αλλά τι την είχε κάνει; Αλήθεια, τι;”

Η Γουλφ, αναδεικνύοντας τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα αισθήματα των ηρώων της, τούς επιτρέπει να ταξιδεύουν με αυτόν τον τρόπο στο χρόνο, όπως και ο αναγνώστης, που, καθώς προχωράει τις σελίδες του βιβλίου, κινείται συνεχώς ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Μέσω αυτής της συνύπαρξης των δύο χρονικών βαθμίδων αποτυπώνεται η πολλαπλότητα της εμπειρίας και της πραγματικότητας. Η ζωή είναι πολυσύνθετη και ρευστή και ο μυθιστοριογράφος έχει καθήκον, για τη Γουλφ, να αποτυπώνει τις αναρίθμητες αυτές διαστάσεις της. Συγκεκριμένα η ίδια σημειώνει κάπου: Η ζωή δεν είναι μια διάταξη από λαμπάκια τοποθετημένα συμμετρικά. Η ζωή είναι μια φωτεινή άλως, ένας ημι-διαφανής χιτώνας που μας περιβάλλει από την αρχή της συνείδησης ως το τέλος. Μήπως δεν είναι έργο του μυιθστοριογράφου να δώσει αυτό το ευμετάβλητο και το ποικίλο, αυτό το άγνωστο και το α-περίγραπτο πνεύμα, όσο ετερόνομο, όσο πολύπλοκο κι αν είναι;

H Κλαρίσα, αν και -σωστά- θεωρεί πως ο Πήτερ δεν ταιριάζει με τους καλεσμένους της, αφού έμεινε επιπόλαιος και ονειροπόλος, χωρίς να έχει κατακτήσει τίποτα στη ζωή του, τελικά δεν μπορεί μετά τη σύντομη πρωινή τους συνάντηση στο σπίτι της να μην το προσκαλέσει το βράδυ. Κι εκείνος δεν αντέχει να το αποφύγει. Η Κλαρίσα είχε επηρεάσει μυστηριωδώς και πολύ τη ζωή του. Γνώριζε πως η συνάντησή τους θα ήταν επώδυνη, και ίσως απογοητευόταν από τη βραδιά και από την εικόνα μιας Κλαρίσα που δεν ήθελε να γνωρίσει, όμως την αγαπούσε και με κάποιον τρόπο τον συνόδευε παντού, παρά την απουσία της. “Πάντα ερχόταν μπροστά του χωρίς να το θέλει, ψυχρή, τυπική, επικριτική. Άλλοτε πάλι γοητευτική, ρομαντική, θυμίζοντας κάποιον αγρό ή συγκομιδή στην ύπαιθρο.”

Η δεξίωση πραγματοποιείται με κάθε μεγαλοπρέπεια. Μια μεγαλοπρέπεια που ξεσκεπάζει τις επιφανειακές σχέσεις της αστικής λονδρέζικης τάξης. Η Γουλφ διεισδύει στον αστικό κόσμο και τον υποκριτικό τρόπο ζωής του και τον καταγγέλει, χωρίς όμως να του επιτίθεται. Δεν υπάρχει οργή στη φωνή της, παρά μόνο απογοήτευση για τους ανθρώπους που εξυπηρετούν καθαρά και μόνο τα συμφέροντά τους σε ένα παζάρι ευκαιριών. Την ίδια στιγμή, μια είδηση θανάτου ενός νέου ανθρώπου συγκλονίζει την Κλαρίσα, η οποία απογοητευμένη κοιτάζει τους καλεσμένους της να σχολιάζουν ψυχρά μεταξύ τους το γεγονός.

Τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται οι τρεις πλοκές, αυτές της Κλαρίσα, του Πήτερ και του Σέπτιμους, δε θα σας τον προδώσω. Μέσα όμως από αυτά τα τρία πρόσωπα, η Γουλφ κατορθώνει να θίξει όλα τα ζητήματα που την απασχολούν- την ανθρώπινη ζωή και το θάνατο, τις επιφανειακές κοινωνικές σχέσεις, τον έρωτα και τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων, το πέρασμα του χρόνου, την τρέλα και την αντιμετώπισή της στην εποχή εκείνη- και να πλάσει ένα συνειδητά προσεγμένο μοντερνιστικό μυθιστόρημα.

Υ.Γ. Το έργο βγήκε και σε ταινία το 1997, για όσους προτιμούν την οθόνη.

Μέχρι το επόμενο ραντεβού μας εδώ, στη λογοτεχνική γωνιά του blog μας, να είστε ήρεμοι και χαμογελαστοί.

 

By Λέιλα Ανδριώτη

 

Close Menu